Μάθηση: τι χρειάζεται να έχει ο δάσκαλος και κυρίως τι να είναι
Γεια σας.
Όλα είναι θέμα έκθεσης και σήμερα το θέμα είναι η μάθηση. Στη ζωή αλλάζουμε ρόλους: τη μία μαθαίνουμε εμείς σε άλλους και την άλλη μαθαίνουμε εμείς από άλλους. Σήμερα θα ασχοληθούμε μόνο με το ένα σκέλος, τον δάσκαλο, ας το πούμε έτσι, που είναι ο πομπός της μάθησης. Γιατί μου παραπονέθηκαν ότι είναι μεγάλα τα βίντεο, θα τα κάνω λοιπόν πιο μικρά, θα τα σπάσω σε δύο μέρη. Το ένα λοιπόν θα είναι ο δάσκαλος, για να μην φανεί ότι αποφεύγω και τον ρόλο. Θα ασχοληθούμε με τις προϋποθέσεις της μάθησης, που είναι και θέμα έκθεσης.
Πριν ξεκινήσουμε να αναλύουμε το θέμα, τι χρειάζεται ο δάσκαλος για να μπορέσει να μεταφέρει αυτή τη γνώση και να μάθει τους άλλους, θα ξεκινήσουμε από τον ορισμό. Είναι κάτι που το λέω συνέχεια στα παιδιά: ότι πρέπει να καταλάβουμε καλά την έννοια που μελετάμε, να την έχουμε ορίσει. Γιατί, αν δεν την ξέρουμε, αν κάτι είναι λανθασμένο μέσα στο μυαλό μας, ό,τι ερώτημα και να βάλουμε και ό,τι απάντηση και να δώσουμε, είναι όλα λανθασμένα. Δεν μπορεί να σταθεί το οικοδόμημα. Οπότε χρειάζεται πάντα να βάζουμε τις βάσεις, να καταλαβαίνουμε λοιπόν γύρω από τι μιλάμε.
Θα δείτε τώρα ότι, εξ ορισμού, λύνονται πάρα πολλά θέματα. Πάμε λοιπόν να ρίξουμε τα μπετά. Τι είναι μάθηση; Είναι μια δυναμική, συνειδητή διαδικασία, όπου το άτομο με προσωπική θέληση και συμμετοχή καταφέρνει και κάνει τις πληροφορίες δική του γνώση — ή γενικά τις γνώσεις δική του γνώση, να το θέσω έτσι. Κατανοεί το αντικείμενο ή ολόκληρο τον κόσμο, καλλιεργεί τον τρόπο σκέψης του και αυτό μετά οδηγεί τις επιλογές του, τη δράση του και τη στάση του στη ζωή. Αυτό είναι μάθηση.
Λοιπόν, ας πάρουμε αυτά τα οργανωμένα που έλεγα, και όχι τα σκόρπια και τα ανάκατα, να δούμε λιγάκι τι θα πρέπει να διαθέτει ένας δάσκαλος.
Ας ξεκινήσω από τα πνευματικά. Να διαθέτει καλή γνώση του αντικειμένου; Να τη διαθέτει, να το ξέρει όσο γίνεται καλύτερα, για να μπορεί και να το μεταδώσει. Αυτή είναι όλη η ουσία. Να έχει αντίληψη του πού αναφέρεται, γιατί, αν αναφέρεται σε ανθρώπους που ξέρουν το αντικείμενο, ας μιλήσει εξειδικευμένα και δύσκολα. Αν αναφέρεται σε ανθρώπους που δεν ξέρουν το αντικείμενο, σε μικρότερα παιδιά ή σε αρχάριους, θα πρέπει να εκλαϊκεύσει τον λόγο του για να γίνει κατανοητός. Διαφορετικά, δεν έχει νόημα ό,τι και να ξέρει. Είναι σαν να έχει έναν θησαυρό και να τον κρατάει για την πάρτη του. Το θέμα είναι να τον χαρούν και οι άλλοι αυτόν τον θησαυρό.
Να διαθέτει ένα ζωντανό μυαλό, που συνεχώς ψάχνει, εξελίσσεται, επιμορφώνεται, χωρίς να περιχαρακώνεται στη γνώση που ήδη έχει. Να μπορεί να είναι ενεργός γενικότερα στη ζωή και στη γνώση του, να μην «κατσικώνετα»ι, όπως λέω εγώ, σε αυτό που ήδη ξέρει, αλλά συνεχώς να το εξελίσσει. Είναι πολύ σημαντικό. Άρα λοιπόν να είναι έτοιμος να δεχτεί το καινούριο και κάθε φορά να είναι έτοιμος για αυτή την ευχάριστη έκπληξη του να μάθει και ο ίδιος κάτι καινούριο. Συνεχώς δηλαδή να εξελίσσεται.
Να πάω σε λίγο πιο εσωτερικά πράγματα, ψυχικά. Αυτός ο άνθρωπος πώς να είναι; Σε πρώτο επίπεδο, να μπορέσει ο λόγος του να είναι ζωντανός. Τι σημαίνει «ζωντανός»; Να βάλει ψυχή, να βάλει πνοή, να βάλει πάθος. Με άλλα λόγια, να είναι εμπνευσμένος αυτός ο λόγος, ακριβώς για να μπορεί να κινεί τις ψυχές των ανθρώπων αντίστοιχα να θέλουν αυτή τη μάθηση. Διότι, αν πρόκειται για ένα κατεβατό από πληροφορίες και γνώσεις, καταλαβαίνετε ότι αυτό φέρνει τη βαρεμάρα, την πλήξη, την ανία, εν πάση περιπτώσει. Δεν μπορείς να παρακολουθήσεις. Από ένα σημείο και μετά δεν σου κάνει όρεξη.
Άρα λοιπόν να έχει μέσα του ο ίδιος αυτή την αγάπη για αυτό που κάνει, για να μπορέσει να το μεταδώσει. Να έχει καλή πρόθεση. Τι είναι να έχει καλή πρόθεση; Όσο γίνεται λοιπόν ο σκοπός του να είναι το «θέλω να μάθεις», «θέλω να προχωρήσεις κι εσύ», «θέλω να ωφεληθείς γενικότερα», «να προχωρήσουν τα πράγματα». Να μη έχει να κάνει με δεύτερες σκέψεις. Αυτό που θα δούμε λίγο παρακάτω τώρα, με ιδιοτέλεια και λοιπά.
Όταν έχει αυτή την καλή πρόθεση, βοηθάει και στο να βλέπει τα λάθη του, έστω να μπορέσει να γίνεται καλύτερος ο ίδιος κάθε τόσο. Να είναι όσο γίνεται ο ίδιος επιβεβαιωμένος άνθρωπος, να έχει μια ασφάλεια μέσα του, να έχει μια αυτοπεποίθηση… αυτό είναι μια διαδικασία, εν πάση περιπτώσει. Δεν μπορεί αυτό να το έχει ένας άνθρωπος έτοιμο από την αρχή της ζωής του αλλά να βρίσκεται σε αυτή τη διαδικασία.
Γιατί αναγνωρίζει ότι, όσο ο ίδιος είναι μέσα σε ανασφάλειες, σε κατάλοιπα, απωθημένα, συμπλέγματα, σίγουρα θα πάνε και στον μαθητή. Και ο μαθητής πολύ συχνά γίνεται σε αυτή την περίπτωση το μέσο της επιβεβαίωσής μου, το μέσο της εκτόνωσής μου, το μέσο της εκμετάλλευσης γενικότερα. Γίνεται ένα μέσο για να καταφέρω εγώ αυτά όλα που έχω ανάγκη σε εσωτερικό επίπεδο. Άρα εκεί πέρα χαλάει λίγο η μάθηση.
Ηθικά τώρα. ( Η οργάνωση που έλεγα: περνάμε λιγάκι σε άλλο κεφάλαιο). Αυτός ο άνθρωπος να κινείται σε ένα αξιακό πλαίσιο. Να είναι, ας πούμε, δίκαιος, να είναι υπεύθυνος σε αυτό που έχει αναλάβει, να είναι συνεπής σε αυτό που κάνει, να είναι έντιμος, να μη έχει στόχο να εξαπατήσει. Αυτό που λέγαμε πριν. Και όσο γίνεται να έχει απελευθερωθεί από το εγώ του, για να μπορεί να μοιραστεί, για να μπορεί να πάει προς τον άλλον, για να μπορεί να υπάρχει μια ενσυναίσθηση.
Εντάξει, ας πούμε ότι αυτά είναι αρκετά. Δεν θέλουμε κιόλας να είναι ο άλλος Θεός. Θέλουμε να έχει κάποια ανθρώπινα στοιχεία που θα βοηθήσουν σε αυτή τη διαδικασία. Νομίζω ότι είπαμε σημαντικά πράγματα, αλλά πάντα το ερώτημα είναι: ποιο είναι το πιο σημαντικό από όλα αυτά; Πολλές φορές το βάζω αυτό το ερώτημα. Δηλαδή, η σύνοψη όλων αυτών τι θα ήταν; Πώς θα τη βάζαμε σε μία λέξη; Ποιο είναι η αρχή όλων; Από πού ξεκινούν όλα αυτά για να μπορέσουν να προκύψουν;
Είναι πολύ ενδιαφέρον αυτό. Υπάρχει ένα θέμα: κοιτάξτε λίγο, η παιδεία, που εκτός του ότι είναι αγαπημένο θέμα και πέφτει συνέχεια σε εξετάσεις, τη γράφουν συνέχεια τα παιδιά σε πόσα θέματα γιατί μας ρωτάνε ποιες είναι οι λύσεις. Η πρώτη βασική λύση, αν δεν περάσω σε κατασταλτικές λύσεις για ένα πρόβλημα, προληπτικά και σε όλα τα θέματα, είναι η παιδεία. Ότι πρέπει να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, πρέπει να καλλιεργηθούμε σε όλα τα επίπεδα, για να προκύψει κάτι διαφορετικό και να μην προκύπτει το πρόβλημα. Πηγαίνει λοιπόν σε όλα τα θέματα.
Ποιοι είναι οι φορείς παιδείας; Αυτοί με τους οποίους ασχολούμαστε, οι πιο σημαντικοί είναι η οικογένεια, το σχολείο, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το κράτος και οι πνευματικοί άνθρωποι γενικότερα.
Ωραία. Θα πρέπει λοιπόν τα παιδιά να πάνε να γράψουν πολλές φορές, όταν τους ζητάνε συγκεκριμένα τους φορείς αυτούς: τι πρέπει να κάνει το σχολείο, τι πρέπει να κάνει η οικογένεια, για να μάθει τα παιδιά να κάνουν διάλογο, για να μάθουν να σέβονται τη διαφορετικότητα, για να μάθουν να μην καταπατούν δικαιώματα, για να μάθουν το αθλητικό ιδεώδες. Ό,τι μπορείτε να φανταστείτε, ταιριάζει εδώ.
Τα παιδιά πηγαίνουν λοιπόν και λένε: «Οι γονείς να μάθουν στα παιδιά να κάνουν αυτό», γενικά και αόριστα. «Το σχολείο να τους μάθει τον διάλογο», «να τους μάθει τον σεβασμό». Και λέω: παιδιά, τι ακριβώς εννοείτε; Δηλαδή να κάνω μία διδακτική ώρα ή να το εντάξω μέσα σε ένα μάθημα και να λέω, ας πούμε, «τώρα θα μάθουμε τον σεβασμό», «τώρα θα μιλήσουμε για αυτή την έννοια και θα μάθουμε αυτό»; Πρέπει να γίνουμε συγκεκριμένοι. Τι εννοείτε;
Εκεί λοιπόν μπαίνει το ερώτημα και λέω: ωραία, ας δούμε. Πώς περνάει αυτή η παιδεία; Πώς, αν θέλω να δώσω αυτή την αγωγή και την παιδεία, να τη δώσω;
Και επειδή η παιδεία είναι γενικότερη καλλιέργεια του ανθρώπου σε όλα τα επίπεδα — πνευματικό, ψυχικό, ηθικό — πολύ ευρεία έννοια, λέω: ας το κάνουμε πιο συγκεκριμένο. Έστω λοιπόν ότι θέλω να μάθω κάτι σε κάποιον, από το πιο απλό και πρακτικό μέχρι τα πιο σημαντικά στη ζωή.
Έστω ότι θέλω να του μάθω να δένει τα κορδόνια του. Θέλω να του μάθω να κολυμπάει. Θέλω να του μάθω να παίζει κιθάρα ή ένα μουσικό όργανο. Θέλω να του μάθω να λύνει ασκήσεις μαθηματικών. Θέλω να του μάθω να γράφει περίληψη και έκθεση. Θέλω να του μάθω να σέβεται τους ανθρώπους, να είναι ευαίσθητος, να φροντίζει τα ζώα, να είναι δίκαιος, να αγαπάει. Πώς θα το μάθω αυτό;
Καταλαβαίνετε ότι οι απαντήσεις είναι διάφορες. Και εκεί πέρα πηγαίνει λοιπόν σε ένα προσωπικό επίπεδο, γιατί αυτό είναι το ζητούμενο: να δούμε την έκθεση μέσα στη ζωή μας, όχι σαν ένα κεφάλαιο που είναι απομακρυσμένο από μας και είναι στο σύμπαν, αλλά είναι εδώ, είναι γύρω μας, είναι η ζωή μας.
Ωραία. Παρατηρήστε λίγο ό,τι έχετε μάθει μέχρι τώρα. Αν υποθέσουμε ότι κάτι το ξέρετε και το ξέρετε καλά, πώς το έχετε μάθει; Ποιος ήταν ο τρόπος για να περάσει μέσα σας αυτό; Παρατηρήστε και συνειδητοποιήστε το.
Εκεί λοιπόν, σιγά σιγά, φτάνουμε στην απάντηση, η οποία θα τη δώσω τώρα και σε σας: ότι η μάθηση είναι μόνο εμπράγματη -και η παιδεία– δηλαδή στηρίζεται στην πράξη και στο καλό παράδειγμα. Δεν γίνεται με τα λόγια, δεν γίνεται με τις θεωρίες. Καλές οι θεωρίες, αλλά πρέπει να μπει στην πράξη.
Άρα και στους φορείς λέμε: τι καλό παράδειγμα πρέπει να δώσει πάνω σε αυτό το θέμα η οικογένεια, το σχολείο και λοιπά, για να πετύχει αυτό που πρέπει να πετύχει; Και μετά όλα τα υπόλοιπα. Αλλά πρώτα το παράδειγμα.
Καταλαβαίνουμε λοιπόν σε όλα τα προηγούμενα που έλεγα ότι, αν θέλω κάποιον να του μάθω να δένει τα κορδόνια, πρέπει να του δείξω πώς να τα δένει. Αν θέλω να του μάθω κολύμπι, πρέπει να μπω μέσα και να αρχίσω να κολυμπάω, και να μην το λέω θεωρητικά: «Πέφτουμε στο νερό και αρχίζουμε να πάμε χέρια πόδια πάνω-κάτω». Πρέπει να το δει. Και μετά πρέπει φυσικά και ο ίδιος να το δοκιμάσει και να μπει στην πράξη. Αλλά αυτό είναι το άλλο κεφάλαιο: τι πρέπει να κάνει ο δέκτης. Αν θέλω να του μάθω μουσικό όργανο, πρέπει να ακούσει να παίζω αυτό το όργανο. Δεν γίνεται απ’ έξω ο ίδιος να διαβάζει μόνο νότες.
Αν πρέπει να του μάθω να λύνει μια άσκηση μαθηματικών, πρέπει να με δει πώς σκέφτομαι και πώς τη λύνω εγώ. Αν πρέπει να μάθει την περίληψη, πρέπει να του γράψω περίληψη σε ένα κείμενο, για να δει πώς γίνεται. Όπως και μια έκθεση: πρέπει να τη δει την έκθεση μπροστά του. Όχι τελίτσες και κουκκίδες και επιγραμματικά πράγματα, αλλά πρέπει να δει μια ολοκληρωμένη μορφή και να με δει πώς σκέφτομαι κάθε φορά σε ένα θέμα και πώς το αναλύω, για να μπορεί να το κάνει και ο ίδιος.
Αν θέλω να του μάθω να σέβεται, να αγαπάει, να είναι δίκαιος, να είναι ό,τι καλό, εν πάση περιπτώσει, σε αυτή τη ζωή, πρέπει να είμαι εγώ. Δεν γίνεται διαφορετικά. Διαφορετικά θα είμαι ο δάσκαλος που δίδασκε και νόμο δεν εκράτει. Είναι η γνωστή παροιμία.
Πρέπει λοιπόν αυτά όλα να είναι μέσα μου. Άρα λοιπόν εδώ πέρα η αλήθεια μου σκεπάζει όλα τα υπόλοιπα. Δεν μπορώ να μάθω στον άλλον αυτό που θέλω, θα ήθελα, αυτό που πρέπει ή αυτό που πολύ ωραία το έχω διαβάσει. Όχι. Θα τον διδάξω, στην ουσία, αυτό που είμαι εγώ. Θα τον διδάξω την αλήθεια μου.
Οπότε, εάν θέλω να βγει προς τα έξω και να μάθει κάποιος την αυτοπεποίθηση, θα πρέπει να τη διαθέτω. Δεν γίνεται να κρύψω την έλλειψή της με ωραία λόγια, με ωραία ντυσίματα, με ωραίες φωτογραφίες. Δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Βγαίνει. Και ο άλλος τελικά εισπράττει αυτό που είμαι στην πραγματικότητα.
Εάν θέλω το παιδί μου, ο μαθητής μου, να έχει όρια και να πειθαρχεί για να φτάσει στον στόχο του, θα πρέπει όρια να έχω εγώ. Διότι, αν δεν τα διαθέτω, όχι το παιδί και ο μαθητής και οποιοσδήποτε, ούτε το σκυλί μου δεν θα έχει όρια και θα είναι το αφεντικό και θα κάνει ό,τι θέλει στο σπίτι.
Εάν θέλω λοιπόν να διδάξω την αγάπη, πρέπει να αγαπάω εγώ και να αγαπάω με έναν σωστό τρόπο. Διαφορετικά ο άλλος θα αναπαράγει την έλλειψη αγάπης ή την εκφυλισμένη μορφή αγάπης, την αλλοιωμένη, που θα είναι έλεγχος, ζήλια, υπερπροστασία και οτιδήποτε άλλο έχουμε βαφτίσει ως αγάπη.
Έτσι, λειτουργούν τα πράγματα. Από θεωρίες, δόξα τω Θεώ, έχουμε φλομώσει. Και στις σχέσεις μας, και στην εκπαίδευση, και στην πολιτική — για να το πάμε μέχρι εκεί πέρα. Δεν βγαίνει τίποτα με τα ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα. Δεν αλλάζουν τα πράγματα. Αλλάζουν μόνο μέσα από εφαρμογή και μέσα από πράξη.
Δηλαδή το σχολείο, αν θέλει πραγματικά — για να πάμε σε άλλους φορείς — να διδάξει τον καλό και αγαθό πολίτη, έναν δημοκράτη πολίτη, έναν σωστό άνθρωπο που θα βγει μέσα στην κοινωνία και δεν θα κάνει κακό, πρέπει να συντονιστεί σε όλη τη λειτουργία του, για να μπορεί να κάνει αυτό.
Τη στιγμή αυτή δεν το κάνει. Δεν νοιάζεται για τον άνθρωπο. Νοιάζεται μόνο για τη νόηση του ανθρώπου. Πρέπει να μάθει πολύ συγκεκριμένα πράγματα, να ανταποκριθεί σε εξετάσεις, για να πάρει έναν βαθμό και να περάσει απλά σε ένα πανεπιστήμιο. Δεν μας ενδιαφέρει η καλλιέργεια αυτού του ανθρώπου και συνολικά τι είναι αυτός ο άνθρωπος.
Από την άλλη, αν πρέπει να μάθουμε να είμαστε υπεύθυνοι πολίτες, που πειθαρχούμε στον νόμο και νοιαζόμαστε για το συλλογικό καλό, κάποιος πρέπει να μας το μάθει. Όταν οι ιθύνοντες αυτού του τόπου, πολύ συχνά, δεν πειθαρχούν στον νόμο και νοιάζονται μόνο για ίδιον όφελος και δεν νοιάζονται για το συλλογικό καλό, καταλαβαίνετε ότι εκεί είναι δύσκολο να το μάθουμε. Δεν είναι ανέφικτο. Είναι όμως πολύ δύσκολο, γιατί δεν το έχουμε δει όλο αυτό στην πράξη.
Και θα κλείσω με μια ιστοριούλα πάνω σε αυτό, για να υπάρχει και ένα ευχάριστο στην όλη ανάλυση.
Ο Φίλιππος ο Β΄ αποφασίζει να πάει τον Αλέξανδρο, τον γιο του, δώδεκα-δεκατριών χρονών, θεωρώντας μάλιστα ότι είναι απείθαρχος, να μάθει στον καλύτερο δάσκαλο, εν πάση περιπτώσει, ό,τι μπορεί να του μάθει, γιατί προοριζόταν κιόλας για ηγέτης. Και πηγαίνει λοιπόν στον Αριστοτέλη, για να μπορέσει να διδαχτεί ο Αλέξανδρος, μαζί και μια ομάδα επίλεκτων νέων, συνομηλίκων του, για να μπορέσουν να μάθουν αστρονομία, μαθηματικά, ιατρική, φιλοσοφία, ρητορική. Γιατί τότε οι φιλόσοφοι, δάσκαλοι και λοιπά ήταν πανεπιστήμονες, οπότε να μάθει όλα αυτά τα αντικείμενα. Μάλιστα είχαν πάει και σε ένα δάσος, κάπου εκεί βόρεια, στη Βέροια αν θυμάμαι καλά, για να είναι απερίσπαστοι και να μπορέσει λοιπόν να μάθει αυτά τα πράγματα ο Αλέξανδρος.
Πάει λοιπόν ο Φίλιππος, αφού τον έχει παραδώσει εκεί, μετά από τρεις μήνες να ρωτήσει: «Τι έγινε, τι κάνετε; Αριστοτέλη, πώς πάμε; Τι έχει μάθει;»
«Τίποτα. Είναι πολύ νωρίς ακόμα. Δεν έχω διδάξει τίποτα ακόμα.»
Πάει μετά από άλλους τρεις μήνες. «Τι έγινε τώρα; Μήπως έχει μάθει κάτι ο Αλέξανδρος;»
«Όχι, όχι, όχι. Είναι πολύ νωρίς ακόμα. Τίποτα δεν έχει μάθει.»
Περνάει ένας χρόνος. Πάει πάλι. «Τώρα τι έχει γίνει; Τι πρόοδο σημειώσατε;»
Και του λέεις: «Όχι. Δεν έχουμε αρχίσει ακόμα.»
«Καλά, ρε παιδί μου, έναν χρόνο τι μαθαίνετε;»
«Έναν χρόνο του μαθαίνω πώς να μαθαίνει.»
Γιατί ο άνθρωπος, όταν ξέρει πώς να μαθαίνει, τότε δεν έχει ανάγκη τους δασκάλους. Μαθαίνει μόνος του, όλη του τη ζωή, τα πάντα.
Την επόμενη φορά θα δούμε τι πρέπει να διαθέτει ο μαθητής. Εκεί είναι το ζουμί.
Σας χαιρετάω. Όλα είναι θέμα έκθεσης.
Η ομιλία περιληπτικά ως άρθρο
Μάθηση και Δάσκαλος: Η ουσία της παιδείας και το παράδειγμα ως θεμέλιο
Εισαγωγή: Οι ρόλοι στη μαθησιακή διαδικασία
Στη ζωή, ο άνθρωπος εναλλάσσει διαρκώς ρόλους, καθώς άλλοτε βρίσκεται στη θέση εκείνου που διδάσκει και άλλοτε στη θέση εκείνου που μαθαίνει. Η μαθησιακή διαδικασία είναι αμφίδρομη και δυναμική, καθώς βασίζεται στην αλληλεπίδραση μεταξύ των ανθρώπων. Στο παρόν κείμενο, ωστόσο, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στον ρόλο του δασκάλου, δηλαδή σε εκείνον που λειτουργεί ως πομπός της γνώσης και αναλαμβάνει την ευθύνη της μετάδοσής της.
Για να κατανοηθεί ουσιαστικά ο ρόλος αυτός, είναι αναγκαίο να τεθεί εξαρχής το θεμέλιο της ανάλυσης, που δεν είναι άλλο από τον ορισμό της μάθησης. Χωρίς σαφή κατανόηση της έννοιας, οποιαδήποτε προσέγγιση κινδυνεύει να είναι επιφανειακή, καθώς το οικοδόμημα της σκέψης δεν μπορεί να σταθεί όταν οι βάσεις του είναι ασαφείς.
Ορισμός της μάθησης: Το θεμέλιο της διαδικασίας
Η μάθηση δεν αποτελεί μια παθητική αποθήκευση πληροφοριών, αλλά μια δυναμική και συνειδητή διαδικασία, κατά την οποία το άτομο, με προσωπική θέληση και ενεργή συμμετοχή, μετατρέπει τις πληροφορίες σε δική του γνώση. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το άτομο δεν περιορίζεται στην κατανόηση ενός αντικειμένου, αλλά προχωρά σε μια ευρύτερη κατανόηση του κόσμου, καλλιεργεί τον τρόπο σκέψης του και διαμορφώνει τις επιλογές, τη δράση και τη στάση του στη ζωή.
Οι προϋποθέσεις του δασκάλου
Για να μπορέσει ο δάσκαλος να επιτελέσει ουσιαστικά τον ρόλο του, απαιτείται να διαθέτει συγκεκριμένα πνευματικά, ψυχικά και ηθικά χαρακτηριστικά. Σε πνευματικό επίπεδο, οφείλει να κατέχει σε βάθος το αντικείμενό του, ώστε να μπορεί να το μεταδώσει με σαφήνεια και ακρίβεια, προσαρμόζοντας κάθε φορά τον λόγο του στο επίπεδο των μαθητών. Παράλληλα, χρειάζεται να διαθέτει ένα ζωντανό και ανήσυχο πνεύμα, να αναζητά διαρκώς νέα γνώση και να μην εγκλωβίζεται σε όσα ήδη γνωρίζει.
Σε ψυχικό επίπεδο, η διδασκαλία απαιτεί έναν λόγο ζωντανό, εμπνευσμένο και ουσιαστικό, που να μπορεί να κινητοποιεί τον μαθητή. Η πρόθεση του δασκάλου οφείλει να είναι καθαρή και να στοχεύει στην πρόοδο του άλλου, χωρίς ιδιοτέλεια. Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να βρίσκεται σε μια διαδικασία αυτογνωσίας, ώστε οι προσωπικές του ανασφάλειες και τα απωθημένα να μην μεταφέρονται στη μαθησιακή σχέση.
Σε ηθικό επίπεδο, ο δάσκαλος χρειάζεται να λειτουργεί με βάση τις αξίες, με δικαιοσύνη, υπευθυνότητα, συνέπεια και εντιμότητα. Εξάλλου, η αποδέσμευση από το υπερβολικό «εγώ» του επιτρέπει να στραφεί με ουσιαστικό ενδιαφέρον προς τον μαθητή χωρίς να αποτελεί το μέσο για την ικανοποίηση ιδιοτελών σκοπών και εγωιστικών επιδιώξεων.
Η παιδεία ως καθολική λύση και η ανάγκη συγκεκριμενοποίησης
Η παιδεία αποτελεί διαχρονικά ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη, και προβάλλεται συχνά ως η βασική λύση σε πλήθος κοινωνικών προβλημάτων. Πράγματι, η καλλιέργεια του ανθρώπου σε πνευματικό, ψυχικό και ηθικό επίπεδο μπορεί να προλάβει δυσλειτουργίες και να οδηγήσει σε μια πιο ισορροπημένη κοινωνία.
Ωστόσο, συχνά η αναφορά στην παιδεία παραμένει γενική και αόριστη. Γίνεται λόγος για το τι «πρέπει» να κάνουν οι φορείς, η οικογένεια, το σχολείο ή το κράτος, χωρίς να αποσαφηνίζεται ο τρόπος με τον οποίο θα επιτευχθούν οι επιδιωκόμενοι στόχοι. Έτσι, όταν έχουμε έννοιες, όπως ο διάλογος, ο σεβασμός, η δημοκρατικότητα ή το αθλητικό ιδεώδες και το ερώτημα είναι πως καλλιεργούνται, παρουσιάζονται θεωρητικές και γενικόλογες λύσεις, χωρίς πρακτικό περιεχόμενο.
Η ουσιαστική προσέγγιση απαιτεί συγκεκριμενοποίηση. Το ερώτημα δεν είναι απλώς «τι πρέπει να διδαχθεί», αλλά «πώς διδάσκεται».
Η μάθηση ως έμπρακτη διαδικασία: Η δύναμη του παραδείγματος
Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα οδηγεί σε μια θεμελιώδη διαπίστωση: η μάθηση είναι κατεξοχήν έμπρακτη διαδικασία και στηρίζεται πρωτίστως στο παράδειγμα. Οι θεωρίες, όσο χρήσιμες και αν είναι, δεν επαρκούν από μόνες τους για να οδηγήσουν στη γνώση και την εσωτερίκευση αξιών.
Όταν κάποιος επιδιώκει να διδάξει μια δεξιότητα ή μια στάση ζωής, οφείλει να τη δείξει στην πράξη. Αν θέλει να διδάξει μια πρακτική δεξιότητα, όπως το δέσιμο των κορδονιών, την κολύμβηση ή την εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου, χρειάζεται να λειτουργήσει ως πρότυπο, επιδεικνύοντας τη διαδικασία. Αντίστοιχα, στην περίπτωση γνωστικών αντικειμένων, όπως τα μαθηματικά ή η παραγωγή λόγου, ο μαθητής χρειάζεται να παρακολουθήσει τη σκέψη και τη μεθοδολογία του δασκάλου.
Η ίδια αρχή ισχύει και για τις αξίες. Ο σεβασμός, η αγάπη, η δικαιοσύνη και η υπευθυνότητα δεν μπορούν να διδαχθούν ως αφηρημένες έννοιες, αλλά μεταδίδονται μέσα από τη στάση ζωής και τη συμπεριφορά του δασκάλου. Ο άνθρωπος, τελικά, δεν διδάσκει αυτό που λέει, αλλά αυτό που είναι.
Η αυθεντικότητα ως προϋπόθεση διδασκαλίας
Από τη στιγμή που η μάθηση βασίζεται στο παράδειγμα, καθίσταται σαφές ότι η αυθεντικότητα του δασκάλου είναι καθοριστική. Δεν είναι δυνατόν να μεταδοθεί μια αξία που δεν βιώνεται. Η αυτοπεποίθηση, η πειθαρχία, τα όρια ή η αγάπη δεν μπορούν να καλυφθούν πίσω από λόγια ή επιφανειακές εικόνες, καθώς ο μαθητής αντιλαμβάνεται, συνειδητά ή ασυνείδητα, την πραγματική κατάσταση.
Εάν ο δάσκαλος επιθυμεί να διαμορφώσει έναν άνθρωπο με όρια και υπευθυνότητα, οφείλει ο ίδιος να λειτουργεί με όρια. Αν επιδιώκει να καλλιεργήσει την αγάπη, χρειάζεται να την εκφράζει με υγιή και αυθεντικό τρόπο. Διαφορετικά, ο μαθητής αναπαράγει την έλλειψη ή τη στρέβλωσή της.
Η υπεροχή της πράξης έναντι των λόγων αναδεικνύεται και σε ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο. Οι θεωρητικές διακηρύξεις, είτε στην εκπαίδευση είτε στην πολιτική είτε στις διαπροσωπικές σχέσεις, δεν αρκούν για να επιφέρουν ουσιαστική αλλαγή. Η αλλαγή προκύπτει μόνο όταν οι αρχές εφαρμόζονται στην πράξη.
Οι φορείς παιδείας και η ευθύνη του παραδείγματος
Η οικογένεια, το σχολείο, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το κράτος αποτελούν βασικούς φορείς παιδείας και διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ανθρώπου. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα της επίδρασής τους εξαρτάται από το κατά πόσο λειτουργούν ως συνεκτικά και αυθεντικά παραδείγματα.
Το σχολείο, για παράδειγμα, δεν αρκεί να διδάσκει θεωρητικά τον σεβασμό ή τη δημοκρατικότητα, αλλά οφείλει να ενσωματώνει αυτές τις αξίες στη συνολική του λειτουργία. Αντίστοιχα, η πολιτεία δεν μπορεί να απαιτεί από τους πολίτες να σέβονται τους νόμους, όταν οι ίδιοι οι ιθύνοντες και οι θεσμοί δεν λειτουργούν με συνέπεια και δικαιοσύνη. Η απουσία παραδείγματος για τη μάθηση της δημοκρατικής στάσης την καθιστά δυσκολότερη, αν και όχι αδύνατη.
Η ουσία της διδασκαλίας: Μαθαίνοντας πώς να μαθαίνεις
Η σημασία της ουσιαστικής μάθησης αναδεικνύεται χαρακτηριστικά μέσα από την ιστορία του Φιλίππου Β΄, του Αλέξανδρου και του Αριστοτέλη. Όταν ο Φίλιππος εμπιστεύτηκε τον γιο του στον μεγάλο φιλόσοφο, περίμενε να δει άμεσα αποτελέσματα. Ωστόσο, για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο Αριστοτέλης δήλωνε ότι δεν είχε διδάξει καμία από τις επιστήμες.
Όταν τελικά ρωτήθηκε τι είχε γίνει όλο αυτό το διάστημα, η απάντησή του ήταν αποκαλυπτική: δίδασκε τον Αλέξανδρο πώς να μαθαίνει. Η απάντηση αυτή αποτυπώνει την ουσία της παιδείας. Ο άνθρωπος που γνωρίζει πώς να μαθαίνει αποκτά αυτονομία και μπορεί να εξελίσσεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, χωρίς να εξαρτάται διαρκώς από εξωτερικούς δασκάλους.
Επίλογος: Το θεμέλιο όλων
Επιστρέφοντας στο αρχικό ερώτημα σχετικά με το ποιο είναι το στοιχείο που συνοψίζει όλες τις προϋποθέσεις του δασκάλου, γίνεται φανερό ότι η απάντηση βρίσκεται στην ενότητα λόγου και πράξης. Η γνώση, η πρόθεση, οι αξίες και η προσωπικότητα συγκλίνουν σε ένα κοινό σημείο: στην αυθεντική βίωση όσων επιδιώκεται να μεταδοθούν.
Η διδασκαλία δεν είναι απλώς μετάδοση πληροφοριών, αλλά έκφραση ύπαρξης. Ο δάσκαλος, τελικά, δεν διαμορφώνει τον μαθητή με όσα λέει, αλλά με αυτό που είναι. Και ακριβώς σε αυτή τη συνάντηση, μεταξύ αυθεντικότητας και παραδείγματος, θεμελιώνεται η πραγματική παιδεία.
