Διάλογος
Ορισμός: Διάλογος είναι η συζήτηση ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους ανθρώπους με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών, ιδεών και απόψεων, σχετικά με ένα συγκεκριμένο θέμα, καθώς και η έκφραση συναισθημάτων για την επίτευξη συμφωνίας, τη γεφύρωση των υφιστάμενων αντιθέσεων και την επίλυση προβλημάτων. Ο ουσιαστικός και γόνιμος διάλογος πραγματοποιείται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και δεν αναλώνεται σε μια επιφανειακή, τυποποιημένη ανταλλαγή αδιάφορων πληροφοριών και μηνυμάτων. Αντίθετα, σκοπός είναι η προσέγγιση της αλήθειας, που προκύπτει μέσα από την ενδελεχή διερεύνηση των διαφωνιών και τη γόνιμη σύνθεση των αντικρουόμενων απόψεων.
Αξία διαλόγου
Σε ατομικό επίπεδο, η συνεισφορά του διαλόγου στη διανοητική συγκρότηση του ανθρώπου αποδεικνύεται καταλυτική. Αρχικά, οξύνεται η ικανότητα του ατόμου να διατυπώνει με ακρίβεια, σαφήνεια και πληρότητα τις προσωπικές του θέσεις. Η ανάγκη που ανακύπτει κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης για ευκρινή και ταυτόχρονα πυκνή παρουσίαση των επιχειρημάτων, λειτουργεί ως ισχυρό κίνητρο για την ενεργή προσπάθεια πρόσκτησης των αναγκαίων λεκτικών και συλλογιστικών δεξιοτήτων. Παράλληλα, το άτομο καλούμενο να κατανοήσει και να αξιολογήσει την ποιότητα των επιχειρημάτων του συνομιλητή του, εξασκεί την κριτική του ικανότητα, με αποτέλεσμα αφενός να δομεί αποτελεσματικότερα τη δική του επιχειρηματολογία και αφετέρου να εντοπίζει τα ευάλωτα σημεία των αντίθετων θέσεων. Επιπλέον, μέσω της διαλεκτικής διαδικασίας, έρχεται συχνά αντιμέτωπο με τις επιφανειακές προσεγγίσεις, τις γνωστικές ελλείψεις, τα τρωτά σημεία των συλλογισμών του και τα ατεκμηρίωτα συμπεράσματα, γεγονός που τον ωθεί να επαναπροσδιορίσει τις απόψεις του, ελέγχοντας εκ νέου την αλήθεια και την εγκυρότητά τους.
Πρόκειται, αναμφίβολα, για μια διαδικασία ύψιστης παιδευτικής αξίας, καθώς μετατρέπει τους διαλεγόμενους σε ενεργούς ακροατές με υψηλή ικανότητα αντίληψης και κατανόησης. Με τον διάλογο ενεργοποιείται ο προβληματισμός, η γόνιμη απορία και αμφιβολία, ενισχύεται η εμβάθυνση σε φαινόμενα και καταστάσεις, αφυπνίζονται οι πνευματικές δυνάμεις, οξύνονται οι νοητικές ικανότητες και έτσι ο άνθρωπος διαμορφώνει μια ολοκληρωμένη και συγκροτημένη εικόνα του κόσμου. Απαλλαγμένος από το δογματισμό, τη μονομέρεια και τις προκαταλήψεις, καταπολεμά την πλάνη και τις ψευδαισθήσεις, νικά τον εφησυχασμό και την πνευματική αδράνεια, γίνεται δεκτικός σε νέες ιδέες και με ανοιχτούς ορίζοντες αντιστέκεται σε κάθε μορφή χειραγώγησης και μαζοποίησης, επιτυγχάνοντας την πνευματική του ελευθερία.
Η ελευθερία αυτή συντελείται και σε ηθικό επίπεδο, καθώς ο διάλογος εμβολιάζει το άτομο με το αίσθημα ευθύνης και του αμοιβαίου σεβασμού. Ο άνθρωπος μαθαίνει να έχει μέτρο και πειθαρχία στην εκδήλωση των συναισθημάτων και των ενστίκτων του, να ακούει με υπομονή τον συνομιλητή του, να τιθασεύει τις εγωιστικές του τάσεις. Επιπλέον, μέσα από τη διαδικασία του διαλόγου αντλεί ερεθίσματα για την άσκηση ειλικρινούς αυτοκριτικής, εντοπίζοντας τα ελαττώματα και τα προτερήματά του, γεγονός που τον οδηγεί σταδιακά στην ηθική του αυτοβελτίωση και στη βαθύτερη κατανόηση των εννοιών του «αγαθού» και του «καλού». Τέλος, καλλιεργούνται οι αρετές της ειλικρίνειας, της εντιμότητας και της ευθύτητας, ενώ εδραιώνονται οι θεμελιώδεις αξίες της ελευθερίας της έκφρασης, του δικαίου και της πολυφωνίας.
Φυσικά, αυτονόητος και καθοριστικός είναι ο ρόλος του διαλόγου στον τομέα των σχέσεων και της επικοινωνίας. Αρχικά το άτομο ικανοποιεί την έμφυτη ψυχολογική ανάγκη του για επικοινωνία, απαλλάσσεται από το άγχος της άγνοιας και των δισεπίλυτων προβλημάτων, απελευθερώνεται από το βάρος της απομόνωσης, της εσωστρέφειας και των συμπλεγμάτων και γι’ αυτό αισθάνεται ασφάλεια, δύναμη και αυτοπεποίθηση. Το μοίρασμα των ιδεών και των συναισθημάτων τονώνει το θάρρος, την τόλμη, την παρρησία του ανθρώπου να εκφράζει και να υποστηρίζει τις ιδέες του με σθένος, χωρίς το άγχος μήπως δεν γίνει αρεστός στους πολλούς ή μήπως δεν συμβαδίσει με τις απόψεις της πλειοψηφίας. Αναμφισβήτητα οι άνθρωποι κατορθώνουν να επιλύουν ειρηνικά τις διαφορές τους, αποφεύγοντας τις στείρες συγκρούσεις και αναζητώντας συναινετικές λύσεις που προωθούν τη συνεργασία και διασφαλίζουν την κοινωνική συνοχή και ευρυθμία. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι η αρμονική αυτή συνύπαρξη δεν προκύπτει από μια ισοπεδωτική ταύτιση απόψεων, αλλά από τον έμπρακτο σεβασμό της διαφορετικότητας και την ανεκτικότητα του «άλλου».
Όσο ομαλοποιούνται οι ανθρώπινες σχέσεις, τόσο υποχωρούν οι σκληροί ανταγωνισμοί, οι άγονες κοινωνικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις, ο φανατισμός και ο δογματισμός, δίνοντας τη θέση τους στην κοινωνική ευταξία και ομαλότητα. Τα κοινωνικά προβλήματα αντιμετωπίζονται με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο, γιατί με τη δυναμική του λόγου και του αντιλόγου, την έκφραση όλων των πλευρών, πραγματοποιούνται δημιουργικές ζυμώσεις και λαμβάνονται ορθότερες αποφάσεις για το κοινό όφελος. Με τον ίδιο τρόπο προσεγγίζονται και τα οικονομικά προβλήματα της χώρας, τα οποία απαιτούν εις βάθος εξέταση των δεδομένων, ενώ παράλληλα επιτυγχάνεται υλική πρόοδος και ανάπτυξη ως απόρροια της εποικοδομητικής συνεργασίας των ανθρώπων στους επαγγελματικούς χώρους.
Άλλος ένας φυσικός χώρος του διαλόγου είναι ο πολιτικός, γιατί ο διάλογος αποτελεί το οξυγόνο και το θεμέλιο της δημοκρατίας. Η γόνιμη αντιπαράθεση των θέσεων αφενός κατοχυρώνει τις βασικές δημοκρατικές αξίες της ελευθερίας σκέψης-έκφρασης και του σεβασμού προς όλες τις απόψεις, και αφετέρου επιτυγχάνει την εξεύρεση της πιο δίκαιης και επωφελούς επιλογής για το κοινωνικό σύνολο. Ο διάλογος, επομένως, σε πολιτικό επίπεδο, προσφέρει τη δυνατότητα σε κάθε πολιτική παράταξη να δημοσιοποιήσει τις θέσεις της και κατ’ επέκταση να ενημερώσει και να ευαισθητοποιήσει τους πολίτες για τα σημαντικά κοινωνικά προβλήματα, τις ενδεχόμενες ενστάσεις της και τις πιθανές λύσεις που πρεσβεύει. Προκύπτει, έτσι, σημαντικό όφελος για τους πολίτες, καθώς έχουν τη δυνατότητα, όχι μόνο να γνωρίσουν ποικίλες πτυχές των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών ζητημάτων, αλλά και να αξιολογήσουν την επιχειρηματολογία των πολιτικών φορέων, ελέγχοντας την εγκυρότητά τους και τις πραγματικές τους επιδιώξεις. Μέσω της διαλεκτικής οδού, εξάλλου, οι πολίτες διεκδικούν αποτελεσματικότερα τα ατομικά και κοινωνικά τους δικαιώματα, συμμετέχουν ενεργά στα κοινά και ελέγχουν την εξουσία για τυχόν αυθαιρεσίες και ατασθαλίες, αποτρέποντας έτσι φαινόμενα λαϊκισμού, χειραγώγησης και τυφλού κομματισμού.
Στον πολιτισμικό και μορφωτικό τομέα, ο διάλογος αποτελεί τον βασικό μοχλό της προόδου. Οι επιστήμονες, μέσω της ανταλλαγής απόψεων και της διεξαγωγής διεπιστημονικού διαλόγου, εξασφαλίζουν τον αυστηρό έλεγχο των ευρημάτων τους, τον διαρκή εμπλουτισμό των γνώσεων, τη διακίνηση και γνωστοποίηση των επιστημονικών θέσεων και τη συνεργασία τους για τη χρήση της επιστήμης στην υπηρεσία του ανθρώπου και των δικαιωμάτων. Αντιστοίχως, στο χώρο των τεχνών, οι δημιουργοί, ερχόμενοι σ’ επαφή μεταξύ τους και ανταλλάσσοντας ιδέες και παρατηρήσεις, ανανεώνουν τις τεχνικές και την οπτική τους, δίνοντας νέα ώθηση στα καλλιτεχνικά ρεύματα. Πολλά έργα τέχνης, άλλωστε, αποτελούν επί της ουσίας καίριες τοποθετήσεις των δημιουργών τους, που βρίσκονται σε διαρκή διάλογο με τα κοινωνικά ζητήματα της εποχής τους, λειτουργώντας έτσι ως εφαλτήριο για την πνευματική και ψυχική αφύπνιση των δεκτών, οι οποίοι, με τη σειρά τους, διαλέγονται μέσω του έργου τόσο με τον καλλιτέχνη όσο και μεταξύ τους.
Ειδικά στο πεδίο της παιδαγωγικής ο διάλογος συνιστά κορυφαία διδακτική μέθοδο. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η μετάδοση γνώσεων μέσω της σωκρατικής μεθόδου των ερωταποκρίσεων διευκολύνει την εμπέδωση και αφομοίωση των θεμάτων. Η ενεργή ανταλλαγή απόψεων και ιδεών ανάμεσα σε εκπαιδευτικούς και μαθητές δημιουργεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης και ενισχύει την κριτική και αντιληπτική ικανότητα των μαθητών, καθώς καλούνται να επιχειρηματολογήσουν, αλλά και να κατανοήσουν επαρκώς την επιχειρηματολογία του συνομιλητή τους. Παράλληλα, μέσω του διαλόγου, η καθημερινή εκπαιδευτική πρακτική γίνεται σαφώς πιο ενδιαφέρουσα, γιατί δεν περιορίζεται στην απλή μετάδοση πληροφοριών από τον εκπαιδευτικό προς τους μαθητές. Το μάθημα παύει να είναι μονοδιάστατο, παθητικό και ανιαρό και μετατρέπεται σε μια ζωντανή διαδικασία ανταλλαγής απόψεων και ουσιώδους αντιπαράθεσης, που ωθεί τους μαθητές στην εκούσια αναζήτηση της αλήθειας, στη βελτίωση των εκφραστικών τους μέσων και στην ανάπτυξη πειστικής επιχειρηματολογίας. Τελικά, ο βαθύς σεβασμός προς τη διαφορετικότητα των αντιλήψεων μετατρέπεται σε καθημερινό και ουσιαστικό βίωμα για τους μαθητές, με αποτέλεσμα η δημοκρατία να μετουσιώνεται σε στάση και τρόπο ζωής.
Τέλος, ο διάλογος προάγει την επικοινωνία των λαών και αποτελεί βασική προϋπόθεση για την εδραίωση της παγκόσμιας ειρήνης. Μέσα από τις διακρατικές συνομιλίες περιορίζεται ο ρατσισμός, κάμπτονται οι ακραίες εθνικιστικές εξάρσεις και ευοδώνεται η συνεργασία για την αντιμετώπιση παγκόσμιων προβλημάτων και προκλήσεων με γνώμονα την ισότητα και το δίκαιο των λαών. Επιπλέον, αμβλύνονται οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διασφαλίζεται η τήρηση των διεθνών συμφωνιών, ανακόπτονται οι επεκτατικές βλέψεις των ισχυρών, προάγεται η διεθνής διπλωματία και ευνοούνται οι πολιτιστικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των λαών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οικοδομείται ένα σταθερό περιβάλλον παγκόσμιας συναδέλφωσης και αλληλεγγύης.
Η παθογένεια της σύγχρονης επικοινωνίας
Παρατήρηση στη ζωή σε ύφος ομιλίας και σχολικού άρθρου
Ο διάλογος σήμερα εκλείπει, «απουσιάζει»! Οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν παρά μόνο για την καθημερινή τους συνεννόηση και για πρακτικά θέματα, κλεισμένοι στη μοναξιά και στον μικρόκοσμό τους. Βαριούνται να κάνουν διάλογο· τον θεωρούν περιττό, κουραστικό, εκνευριστικό και τον συνδέουν με την γκρίνια, την επίκριση, την απολογία ή τον τσακωμό. Αλλά ακόμη και όταν «διαλέγονται», η συζήτηση αποτελεί παρωδία και καρικατούρα. Φτάνει να παρατηρήσουμε τους λόγους για τους οποίους μιλάνε οι άνθρωποι: για να μην νιώθουν μόνοι, να τραβήξουν την προσοχή, να επιβληθούν και να «νικήσουν» τον άλλον. Πασχίζουν να αποδείξουν ότι έχουν δίκιο ή να προσποιηθούν κάτι που δεν είναι, προκειμένου να θρέψουν τον εγωισμό τους, να επιδειχθούν, να γίνουν αποδεκτοί και να επιτύχουν τους σκοπούς τους. Γι’ αυτό και συχνά, όταν κουβεντιάζουν, φωνάζουν. Μιλάνε την ώρα που μιλάει ο άλλος ή, αν είναι πολλοί, μιλάνε και φωνάζουν όλοι μαζί! Φλυαρούν άσκοπα, συζητώντας μόνο για γεγονότα, για οτιδήποτε επιφανειακό, και όχι για ιδέες και συναισθήματα. Μιλάνε χωρίς να υπολογίζουν τον χώρο, το θέμα ή τους ανθρώπους γύρω τους, εκθέτοντας ακόμα και τα πιο προσωπικά τους ζητήματα σε δημόσιους χώρους. Επίσης, οι άνθρωποι μιλάνε χωρίς να ακούνε· περιμένουν απλώς —αν δεν διακόψουν— τη σειρά τους για να πάρουν τον λόγο. Έτσι, το μόνο που επιτυγχάνεται είναι μερικοί… «υπέροχοι» μονόλογοι. Κάποιες φορές, οι συζητήσεις θυμίζουν το «θέατρο του παραλόγου»: ο καθένας λέει ό,τι θέλει, ανεξάρτητα από το ερώτημα και το θέμα, και ο καθένας ακούει ό,τι θέλει, ανεξάρτητα από το τι λέει ο άλλος.
Τέλος, γνώρισμα της εποχής είναι η εξαφάνιση της δια ζώσης επικοινωνίας καθώς τη θέση της έχουν πάρει οι αναρτήσεις, τα σχόλια, τα chats, τα εφήμερα μηνύματα σε ψηφιακά περιβάλλοντα κι οι συζητήσεις στις «ομαδικές». Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό, ο «τέλειος» συνομιλητής, που δεν μας χαλάει ποτέ το χατίρι, που μας λέει ακριβώς ό,τι θέλουμε να μάθουμε και να ακούσουμε, που δεν μας φέρνει ποτέ αντίρρηση, που είναι πάντα διαθέσιμος, «πανταχού παρών και πάντα πληρών» δεν είναι άλλος από το AI chatbot! Και είναι «πληρών» γιατί αφενός «γεμίζει» κάθε λεπτό της καθημερινότητας μας και κάθε στιγμή της μοναξιάς μας και αφετέρου μας «πληρώνει-ολοκληρώνει» γιατί είναι προγραμματισμένος να μας εξυπηρετεί, χωρίς να θυμώνει, να διαφωνεί, να μας πάει «κόντρα»! Πάντα με έτοιμες και ιδανικές απαντήσεις, τονώνει το εγώ μας, χωρίς να καταβάλουμε κόπο, χωρίς να ρισκάρουμε, χωρίς παρεξηγήσεις, αντιλογο και προστριβές.
Παρατήρηση στη ζωή σε δοκιμιακό ύφος
Στη σύγχρονη πραγματικότητα, παρατηρείται ένα έντονο παράδοξο: ενώ τα μέσα επικοινωνίας πολλαπλασιάζονται, ο ουσιαστικός διάλογος τείνει να εκλείψει, δίνοντας τη θέση του σε μια ιδιότυπη πνευματική απομόνωση. Οι άνθρωποι σήμερα εγκλωβίζονται στον μικρόκοσμό τους και περιορίζουν τις συζητήσεις τους αποκλειστικά σε χρησιμοθηρικά και διεκπεραιωτικά θέματα της καθημερινότητας. Συχνά αντιμετωπίζουν τη διαλεκτική διαδικασία ως μια επίπονη ή εκνευριστική συνθήκη, την οποία ταυτίζουν λανθασμένα με τη στείρα αντιπαράθεση, την γκρίνια και την απολογία. Ακόμη όμως και όταν οι συνθήκες επιβάλλουν τη συνομιλία, ο διάλογος εκφυλίζεται σε μια καρικατούρα του εαυτού του, σε μια παρωδία επικοινωνίας.
Οι βαθύτερες επιδιώξεις των συνομιλητών αποκαλύπτουν αυτή την αλλοίωση: η ομιλία επιστρατεύεται πλέον ως μέσο φυγής από τη μοναξιά, ως εργαλείο αυτοπροβολής ή ως μηχανισμός επιβολής και «νίκης» έναντι του άλλου. Στόχος δεν είναι η κοινή αλήθεια, αλλά η θρέψη του ναρκισσιμού, η επίδειξη και η εξυπηρέτηση ατομικών συμφερόντων. Αυτός ο ξεριζωμός της λογικής αντανακλάται και στον τρόπο έκφρασης, καθώς οι συζητήσεις διεξάγονται με άναρθρες κραυγές, ταυτόχρονες ομιλίες και άσκοπη φλυαρία, εστιασμένη αποκλειστικά στο επιφανειακό γεγονός και όχι στην ιδέα ή το συναίσθημα. Επιπλέον, καταλύεται κάθε έννοια διακριτικότητας, με τη δημόσια έκθεση αυστηρά προσωπικών δεδομένων. Το αποτέλεσμα είναι η επικράτηση «παράλληλων μονολόγων» που θυμίζουν το «θέατρο του παραλόγου», όπου ο καθένας αγορεύει ανεξάρτητα από το τεθέν ερώτημα και ακούει επιλεκτικά μόνο ό,τι εξυπηρετεί τις προκαταλήψεις του.
Αίτια απουσίας του διαλόγου
Ο εγκλωβισμός στον καταναλωτισμό και στον υλικό ευδαιμονισμό στερεί από τον άνθρωπο την εσωτερικότητα και το ενδιαφέρον για την παιδεία, η οποία αποτελεί βασική προϋπόθεση του διαλόγου. Η θεοποίηση του χρήματος μετατρέπει τον άνθρωπο σε ατομικιστή και ανταγωνιστή χωρίς σεβασμό για τον συνάνθρωπο και τον ωθεί να αναλώνει όλο το χρόνο του και την ενέργειά του στη συσσώρευση υλικών αγαθών. Έτσι, δεν έχει πια τα εφόδια για έναν ουσιαστικό διάλογο, ο οποίος, εξάλλου, παύει να είναι στις προτεραιότητές του.
Παράλληλα, η στείρα τεχνοκρατική αντίληψη και η προσκόλληση στον βιομηχανοποιημένο τρόπο ζωής απογυμνώνουν τον άνθρωπο ηθικοπνευματικά, με αποτέλεσμα να μην είναι ώριμος για ουσιαστική επικοινωνία. Η εξειδίκευση στενεύει τους πνευματικούς του ορίζοντες και ο στείρος ορθολογισμός τον οδηγεί να σκέφτεται αποκλειστικά με τη λογική του συμφέροντος, μετατρέποντάς τον σε μια αυτόματη μηχανή που στόχο έχει μόνο την απόδοση και το όφελος. Την ίδια στιγμή, το «δόγμα της ευκολίας», που έχει επιβάλει η τεχνολογία, στρέφει τον άνθρωπο σε έτοιμες, αυτόματες επιλογές και λύσεις, παρασύροντάς τον να ακολουθεί οτιδήποτε δεν απαιτεί τη δική του ενεργή συμμετοχή και σκέψη. Τέλος, η διαρκής προσκόλληση σε οθόνες και εικόνες απομονώνει τους ανθρώπους, τους οδηγεί σε πρόχειρους, επιφανειακούς και εικονικούς διαλόγους, και η εύκολη πρόσληψη ερεθισμάτων μέσω όρασης αντικαθιστά την κριτική επεξεργασία και την όποια ουσιαστική επαφή με τον λόγο.
Μάλιστα, στις μέρες μας, ο παραδοσιακός ανθρώπινος διάλογος απειλείται ακόμη περισσότερο από την εμφάνιση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Οι νέοι, αλλά και οι μεγαλύτεροι, συχνά προτιμούν να “συζητούν” με ψηφιακούς βοηθούς, chatbots και εφαρμογές AI, για να πάρουν μια γρήγορη απάντηση, να εκτονώσουν τη μοναξιά τους ή να βρουν έναν “συνομιλητή” που δεν θα τους φέρει ποτέ αντίρρηση και θα τους επιβεβαιώνει. Έτσι όμως, ο αληθινός διάλογος με ζωντανούς ανθρώπους αντικαθίσταται από έναν εικονικό, μηχανικό μονόλογο και έτσι εξασθενεί σταδιακά η ικανότητα διαπραγμάτευσης, ανοχής στη διαφωνία και διαχείρισης της σύγκρουσης. Χάνεται η προσπάθεια να καταλάβουμε τον άλλον, να βγούμε από το εγώ μας, να νιώσουμε ενσυναίσθηση, να διαχειριστούμε τα συναισθήματα, τα δικά μας και του άλλου, να αντιμετωπίσουμε μια διαφορετική προσωπικότητα με διαφορετικές ή αντίθετες απόψεις. Με άλλα λόγια χάνεται η διάθεση και τα εφόδια για επικοινωνία και οι άνθρωποι ξεμαθαίνουν να επικοινωνούν μεταξύ τους. Συνομιλώντας με «ρομπότ», κλείνονται περισσότερο στον μικρόκοσμό τους, στην οπτική τους, στον ναρκισσισμό τους, και όλα αυτά εμποδίζουν τον αυθεντικό διάλογο.
Αλλά ούτε και τα προβλήματα στην κοινωνία ευνοούν τον διάλογο, γιατί όσο κυριαρχούν η βία, ο φανατισμός, ο ρατσισμός, η μαζοποίηση, καταργείται η λογική, ενισχύονται τα πάθη και τα ένστικτα και κλείνουν οι δίοδοι επικοινωνίας. Ειδικά μέσα στις μεγαλουπόλεις, όπου οι σχέσεις υφίστανται μεγαλύτερη κρίση λόγω της ανωνυμίας, της αποξένωσης και της έλλειψης χρόνου, ο διάλογος τείνει να γίνει είδος προς εξαφάνιση.
Τέλος, μεγάλο ρόλο για την απουσία ή τον εκφυλισμό του διαλόγου παίζουν οι φορείς αγωγής και παιδείας. Η οικογένεια σήμερα διέρχεται κρίση, στη σχέση του ζευγαριού κυριαρχεί ο ανταγωνισμός, ο εγωισμός και η αποξένωση, ενώ και η σχέση με τα παιδιά γίνεται προβληματική λόγω του χάσματος γενεών. Από την άλλη πλευρά, η συνθετότητα της σύγχρονης ζωής και οι πολλές υποχρεώσεις αναγκάζουν τα μέλη να λείπουν πολλές ώρες από το σπίτι, οπότε εκλείπει και ο χρόνος και η διάθεση για συζήτηση. Βέβαια, μεγάλη ευθύνη φέρει και το σχολείο λόγω του τεχνοκρατικού του προσανατολισμού και του στείρου τρόπου διδασκαλίας. Στόχος έχει γίνει το κυνήγι του πτυχίου και όχι η συνολική καλλιέργεια του ανθρώπου, η μετάδοση χρησιμοθηρικών γνώσεων και όχι η ανθρωπιστική παιδεία. Έτσι, μέσα σε τέτοιο κλίμα, ο διάλογος θεωρείται περιττός, αρκεί η μονότονη παράδοση μιας γιγαντιαίας ύλης και η ψυχρή απομνημόνευσή της. Και φυσικά, το χειρότερο παράδειγμα στο θέμα του διαλόγου το δίνουν οι πολιτικοί ηγέτες, τόσο στη Βουλή, όσο και με την προβολή τους στα Μ.Μ.Ε. Η επιβολή απόψεων, η απόλυτη αδιαλλαξία, η παντελής έλλειψη σεβασμού προς τον συνομιλητή και τους πολίτες, οι συνεχείς διακοπές για να μην ακουστεί η αντίπαλη άποψη, οι σοφιστείες, τα ψέματα, η υποκρισία, η αγένεια και οι καβγάδες είναι μερικά από τα δείγματα γραφής του πολιτικού «διαλόγου».
Προϋποθέσεις για έναν ουσιαστικό διάλογο
Προϋποθέσεις Κοινωνικές
Ο διάλογος, για να είναι πραγματικά ουσιαστικός απαιτεί την ομαλή λειτουργία των αρχών του δημοκρατικού πολιτεύματος. Μόνο έτσι οι απόψεις των συνομιλητών μπορούν να διατυπώνονται ελεύθερα, χωρίς δισταγμούς για ενδεχόμενες κυρώσεις ή συνέπειες. Μόνο, άλλωστε, σ’ ένα κλίμα απόλυτου σεβασμού, παρρησίας και ελευθερίας της έκφρασης και της πληροφόρησης, οι συνομιλητές είναι σε θέση να διαμορφώνουν και να εξωτερικεύουν τις απόψεις τους ανόθευτες από κάθε λογής χειραγώγηση και λογοκρισία.
Η ελευθερία έκφρασης θα πρέπει, επομένως, να ενυπάρχει σε κάθε έκφανση της κοινωνικής πραγματικότητας, ξεκινώντας από το πλαίσιο του σχολείου, όπου με τη συνδρομή της ανθρωπιστικής παιδείας οι μαθητές θα αντιλαμβάνονται από νωρίς την απόλυτη αξία του σεβασμού στο δικαίωμα της προσωπικής άποψης και της ελεύθερης διατύπωσής της. Συνάμα, είναι σαφής η ανάγκη για ενεργούς πολίτες με κριτική σκέψη και ικανότητα διαμόρφωσης ενός άρτιου προσωπικού συστήματος αξιών. Για να επιτευχθεί όμως αυτό το ζητούμενο, δεν αρκεί μόνο η εκπαιδευτική και μαθητική εμπειρία· χρειάζονται και τα ανάλογα ερεθίσματα από τον χώρο της πολιτικής και των μέσων ενημέρωσης. Οι πολίτες έχουν ανάγκη να παραδειγματίζονται από τη δημοκρατική στάση των πολιτικών ηγετών, αλλά και από την αντικειμενική παρουσίαση κάθε ζητήματος από τα μέσα ενημέρωσης.
Προϋποθέσεις Ατομικές
Η πιο σημαντική προϋπόθεση, που αποτελεί ύψιστο δείγμα πνευματικής εγρήγορσης, εντιμότητας και αμεροληψίας, είναι η πρόθεση για την οποία πραγματοποιείται ένας διάλογος. Και αυτή οφείλει να είναι μόνο μία: η αναζήτηση της αλήθειας. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος χρειάζεται να απεγκλωβίζεται από προκατασκευασμένες απόψεις, παγιωμένες θέσεις, από κάθε αυτάρεσκη γνώση και από τη λογική της αυθεντίας. Χρειάζεται επίσης, να είναι δεκτικός σε νέες ιδέες, να μπορεί να αξιολογεί και να εκτιμά μια άποψη -ακόμη και πολύ διαφορετική ή πρωτάκουστη- με μοναδικό κριτήριο την ορθότητά της. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος δεν πρέπει να μπαίνει σε έναν διάλογο με στόχο να επιβάλει τις δικές του απόψεις και να περάσει «το δικό του», αλλά με όση διάθεση πάει για να πείσει, άλλη τόση πρέπει να έχει για να πειστεί. Στόχος θα πρέπει να είναι η έρευνα, ο προβληματισμός, η εντιμότητα για την αλήθεια και η ετοιμότητα να αλλάξουμε και να μετακινηθούμε από αυτό που έχουμε συνηθίσει ή μας βολεύει, προς αυτό που πραγματικά ισχύει. Στο ίδιο πνεύμα, ο σύγχρονος άνθρωπος οφείλει να αντισταθεί στον πειρασμό να υποκαθιστά τον πραγματικό διάλογο με τη «συνομιλία» με AI chatbots· διότι, ενώ ο γνήσιος διάλογος προϋποθέτει ρίσκο, έκθεση και την πιθανότητα της διαφωνίας, η συνδιαλλαγή με μια μηχανή προγραμματισμένη να επιβεβαιώνει στερείται ακριβώς εκείνης της τριβής που οδηγεί στην αυτογνωσία και στην αναθεώρηση των απόψεών μας.
Για να είναι εποικοδομητικός ο διάλογος, βέβαια, είναι αναγκαία η βαθιά γνώση του θέματος, χωρίς αγκυλώσεις και εμμονές, ώστε οι τοποθετήσεις των συνομιλητών να φωτίζουν την αλήθεια και όχι να τη συσκοτίζουν λόγω άγνοιας. Η ανεπαρκής γνώση δεν βοηθάει στο να τεθούν τα κατάλληλα ερωτήματα, να δημιουργηθεί γόνιμος προβληματισμός και να επιτευχθεί η εμβάθυνση, αλλά συντελεί σε μια αποσπασματική και επιφανειακή ανταλλαγή κοινοτοπιών. Σημαντικό ζητούμενο, επίσης, για να μην είναι ατελέσφορη η επικοινωνία, είναι το παραπλήσιο μορφωτικό και πνευματικό επίπεδο των συνομιλητών, ώστε η συζήτηση να βασίζεται στην πραγματική και πλήρη κατανόηση των θέσεων και να κυλάει απρόσκοπτα, χωρίς να χρειάζεται διευκρίνιση του κάθε όρου. Επιπλέον, η καλή χρήση της γλώσσας είναι απαραίτητη για να διατυπώνονται οι σκέψεις με σαφήνεια, ακρίβεια και καθαρότητα, και να αποφεύγονται παρεξηγήσεις και νοηματικές συγχύσεις.
Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι διάλογος δεν υπάρχει όπου κυριαρχεί ο εγωισμός, η ματαιοδοξία, τα ιδιοτελή κίνητρα, (όπως το προσωπικό όφελος, η κολακεία των ισχυρών, η εξυπηρέτηση φίλων) και η τάση για επιβολή και κυριαρχία. Αντίθετα, απαιτείται σεβασμός στον συνομιλητή μας- χωρίς να τον κρίνουμε εκ των προτέρων με βάση την καταγωγή, τη μόρφωση ή την οικονομική του κατάσταση- καθώς και σεβασμός στη γνώμη που εκφράζει, όσο διαφορετική και ετερόκλητη κι αν είναι. Χρειάζεται, ακόμη, η υπομονή ώστε να ολοκληρώνει ο συνομιλητής την τοποθέτησή του, η πειθαρχία στα ένστικτά μας -κυρίως όταν διαφωνούμε- καθώς και υπευθυνότητα και συνέπεια σε όσα πρεσβεύουμε και εκφράζουμε. Πάνω απ’ όλα όμως χρειάζεται ειλικρίνεια και τιμιότητα, γιατί δεν καταφεύγουμε στον διάλογο για να εξαπατήσουμε, να γοητεύσουμε ή να παρασύρουμε, αλλά για να πείσουμε με τη δύναμη της λογικής, με ορθά και τεκμηριωμένα επιχειρήματα.
Τέλος, ο διάλογος απαιτεί αγαθή πρόθεση, ευγένεια ψυχής, νηφαλιότητα και ψυχραιμία. Κι αυτό γιατί όταν τον άνθρωπο τον κυριεύουν έντονα συναισθήματα -όπως ο υπερβολικός ενθουσιασμός, το άγχος, ο φόβος, η επιθετικότητα, ο θυμός ή το μίσος- θολώνει η κρίση του, εμποδίζεται η καθαρή σκέψη και μοιραία οδηγείται σε διαστρεβλωμένα και άτοπα συμπεράσματα και σε άγονες αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις. Επίσης, χρειάζεται αυτοκυριαρχία και πραότητα, ιδιαίτερα όταν παράλογες θέσεις προελαύνουν και στους περισσότερους φαίνονται φυσικές και δίκαιες ή όταν η συζήτηση παρεκτρέπεται και θυμίζει «πεδίο μάχης». Είναι δείγμα ψυχικής ωριμότητας και σοφίας, σε τέτοιες περιπτώσεις, όπου ο διάλογος γίνεται ρηχός, ατελέσφορος και επιζήμιος, να μην παρασυρθεί ο άνθρωπος από τα συναισθήματα και τα πάθη του, αλλά να επιλέξει να σιωπήσει ή ακόμα καλύτερα να αποχωρήσει.
Αποφθέγματα
«Μόνο σε δύο περιπτώσεις θα πρέπει να μιλάς. Όταν γνωρίζεις πολύ καλά για τι πράγμα πρόκειται να μιλήσεις και όταν πρέπει να μιλήσεις». Ισοκράτης
«Μετάνιωσα πολλές φορές που μίλησα αλλά ποτέ επειδή παρέμεινα σιωπηλός». Σωκράτης
«Η σιωπή ταιριάζει στους έξυπνους ανθρώπους. Στους σοφούς ακόμα περισσότερο».Ταλμούδ
«Σκέψου πριν μιλήσεις. Η γλώσσα πολλών τρέχει γρηγορότερα από τη σκέψη». Θαλής
