Μάθηση: Τι χρειάζεται ο μαθητής. Η βασική προϋπόθεση για να ξεκινήσουν όλα!
Γεια σας.
Όλα είναι θέμα έκθεσης και σήμερα το θέμα είναι τι χρειάζεται ο μαθητής για να μάθει. Τι χρειαζόμαστε όλοι εμείς, όταν είμαστε μαθητές, στη θέση του μαθητή, για να μάθουμε. Αυτό είναι το θέμα.
Θα μου επιτρέψετε σήμερα να πω τον πόνο μου και να δώσω πόνο και να παρουσιάσω πρώτα την κατάσταση. Αυτό στην έκθεση λέγεται παρατήρηση στη ζωή: να παρουσιάζεις πρώτα πώς έχουν τα πράγματα.
Λοιπόν, το συνηθισμένο φαινόμενο — παρένθεση: είχα δει ένα βίντεο μιας γλυκιάς Κορεάτισσας που μιλάει για τους Έλληνες και έλεγε πόσο υπερβολικοί είναι όταν πρόκειται για νούμερα. Έχει αργήσει ο άλλος «δέκα λεπτά» και λέει ο άλλος «έλα ρε φίλε, σε περίμενα δέκα ώρες». Λοιπόν, μαντέψτε! Θα πω πραγματικά πραγματικό νούμερο: Οκτακόσιες χιλιάδες φορές έχει πει ο καθηγητής το ίδιο πράγμα σε έναν μαθητή. Και άπειρες να πω πάλι μέσα θα είμαι! Υπερβολικό δεν είναι, πιστέψτε με!
Το έχει πει για έναν χρόνο, για δύο, μπορεί και τρία. Ο μαθητής «παίζει» να το ακούει πρώτη φορά. Ατάραχος. Το έχει πει με διαφορετικούς τρόπους, με παραδείγματα, με σχεδιαγράμματα, κάνει σχεδιάκια, ζωγραφίζει, κάνει παντομίμα, παίζει θέατρο. Τίποτα δεν πιάνει. Τίποτα. Τοίχος. Τι τοίχος; Παναγία μου, Σινικό Τείχος. Δεν πέφτει με τίποτα.
Νιώθω καμιά φορά, όταν λέω και ξαναλέω τα ίδια και είμαστε σε έναν χώρο, σε μια τάξη, σε ένα δωμάτιο, ότι τα κουφώματα, τα έπιπλα, το ταβάνι, το πάτωμα, θα αρχίσουν να με βρίζουν, αν είχαν στόμα, δεν ξέρω τι θα είχα ακούσει. «Σταμάτα, χριστιανή μου, μας έχεις σπάσει τα νεύρα να λες τα ίδια και τα ίδια». Και λέω: «καλά, βρε, δεν βλέπετε εδώ πέρα; Εδώ γελάνε μαζί μας τα πλακάκια του μπάνιου. Έχουν βαρεθεί να ακούνε τα ίδια πράγματα. Εσείς δεν το έχετε πάρει είδηση;» Αν είχαν χέρια τα αντικείμενα, είμαι βέβαιη ότι θα με μούτζωναν από όλες τις πλευρές.
Έχουμε ένα τετράδιο, στο οποίο γράφουμε τους κανόνες, για να βοηθάνε. Και πρώτη πρώτη σελίδα, ο πρώτος κανόνας, ο πιο σημαντικός λέγεται «τα πέντε» – θα εξηγήσω να δείτε τι φοβερό εργαλείο είναι αυτά τα πέντε- Ξεκινάω με ένα ερώτημα, απαντάει ασυνάρτητα και μετά λέω: «τώρα εσύ σκέφτεσαι τα πέντε;» Δεν καταλαβαίνει. «Άνοιξε το τετράδιο πάνω στο τραπέζι, άνοιξε την πρώτη σελίδα». Είμαστε στην πρώτη σελίδα ακόμα. Αυτή η έρμη σελίδα, από τις τόσες φορές που έχει ανοίξει, έχει γίνει κατακίτρινη, έχει λιώσει, έχει λεπτύνει, έχει γίνει πάπυρος. Δεν ξέρω πώς έχει γίνει αυτή η σελίδα.
Με ρωτάνε οι γονείς. Λέω: παιδιά, ακούστε, έχω μπερδευτεί λίγο. Εγώ κανονικά είμαι η προπονήτρια. Ο μαθητής θα έπρεπε να είναι κάτω στο στίβο και να τρέχει, να προπονείται, κι εγώ παραδίπλα να βλέπω, να λέω τις παρατηρήσεις και λοιπά. Εγώ λοιπόν είμαι κάτω στο γήπεδο και τρέχω σαν τον Βέγγο, το έχω οργώσει το γήπεδο πάνω κάτω. Και ο μαθητής έχει πιάσει κερκίδα, χυμουδάκι, καφεδάκι, κάθεται, λοιπόν, αραχτός και με βλέπει εμένα να παλαμοδέρνω και είναι: «καλά τα πας, σε παρακολουθώ, συνέχισε». Λέω: συγγνώμη, έχουμε ανταλλάξει τους ρόλους! Κάτι γίνεται εδώ. Κάτι διαφορετικό θα έπρεπε να συμβαίνει.
Το αποτέλεσμα από όλα αυτά; Κούραση, εξάντληση, σαν να έχεις δουλέψει κάθε φορά στα ορυχεία, σαν να είσαι στα κάτεργα. Μια στεναχώρια, μια «πλανταμάρα», μια μαυρίλα, ένα βάρος. Τύψεις. «Τι κάνω λάθος; Τι θα έπρεπε να ’χω κάνει; Γιατί δεν περνάει η γνώση με τίποτα μέσα;»
Εν τω μεταξύ, σε αυτό όλο έχει περάσει και μια αντίληψη αριστερά δεξιά — τώρα θέλετε από κάποιους φροντιστηριάρχες, ας πούμε, που πρέπει να είναι καλοί με τους μαθητές, τους πελάτες τους, και λοιπά, θέλετε τώρα και λίγο από κάποιους γονείς — ότι εσύ πρέπει να κάνεις τον μαθητή, εσύ πρέπει να κάνεις το παιδί μου να μάθει, πρέπει να το καταφέρεις, δεν ξέρω τι θα κάνεις, εσύ είσαι ο καθηγητής, πρέπει να τον κάνεις να διαβάζει, να τα ξέρει όλα.
Και λέω εγώ σε αυτή την περίπτωση: ποιος είμαι; Ο Κόπερφιλντ; Ο Χουντίνι; Ο Χριστός; Μία φορά έγινε το θαύμα, παιδιά. Μία φορά έβαλε πάνω στους αποστόλους πύρινες φλόγες και τους έκανε σοφούς. Εγώ δεν είμαι Χριστός, δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Χειρουργός από την άλλη δεν είμαι, να ανοίξω και να βάλω μέσα. Χάπι γνώσης μέχρι στιγμής δεν έχει βγει. Και σε αυτόν τον τοίχο που λέγαμε, το Σινικό, να πάρω κασμάδες, να πάρω κομπρεσέρ, να βάλω εκρηκτικούς μηχανισμούς, να κοπανηθώ, δεν πρόκειται να καταφέρω τίποτα.
Γιατί; Γιατί η αλήθεια είναι μία. Ποτέ κανένας δεν κατάφερε να φέρει καμία αλλαγή, αν δεν τη θέλει ο δέκτης, ο ενδιαφερόμενος. Ποτέ δεν μπορώ να μάθω σε κάποιον κάτι, να τον αλλάξω, να τον σώσω, σε εισαγωγικά, εάν δεν θέλει ο άλλος να μάθει, να αλλάξει, να σωθεί.
Το ξέρουμε πολύ καλά όλοι μας σε διάφορες φάσεις της ζωής μας. Μπορεί να μας έλεγαν οι δικοί μας, οι γονείς μας, φίλοι μας, πολλαπλές φορές πράγματα. Όχι. Όταν εμείς φτάσαμε στο σημείο να ωριμάσουμε, να είμαστε έτοιμοι, τότε το καταλάβαμε. Τότε έγινε η αλλαγή.
Άρα λοιπόν, το βασικό στοιχείο όλων, να το πούμε έτσι, αυτής της αλλαγής, αυτής της μάθησης, είναι η θέληση. Θα πρέπει ο άλλος να θέλει από μόνος του. Δεν μπορώ εγώ να του το βγάλω αυτό και να το καταφέρω. Η θέληση είναι αυτή η σπίθα που λέμε, που περιμένει να ανάψει. Και δεν μπορώ εγώ να τη δημιουργήσω. Η σπίθα πρέπει να υπάρχει. Εγώ μπορώ να αρχίσω να την ανάβω, να τη φουντώνω, να φέρω κάτι στην επιφάνεια, αλλά δεν είμαι μάγος για να φέρω κάτι που δεν υπάρχει. Είναι αυτή η φλόγα που αναζητά φως. Είναι αυτή η δίψα που αναζητά το νερό της πηγής. Αυτό είναι η μάθηση.
Η θέληση λοιπόν είναι το εσωτερικό κίνητρο. Είναι αυτό που σε σπρώχνει, σε κινητοποιεί, σε βάζει σε μια αναζήτηση και σε ωθεί να κάνεις πράγματα. Πώς είναι ο ερωτευμένος, που ακριβώς επειδή θέλει, μπαίνει σε μια διαδικασία να πάρει τηλέφωνο, να στείλει μήνυμα, να ετοιμάσει μια έκπληξη, να κάνει πράγματα; Αυτό ακριβώς, λοιπόν, πετυχαίνει και η θέληση.
Το ερώτημα: πάντα η θέληση οδηγεί στη μάθηση; Αρκεί μόνο αυτή; Όχι, δυστυχώς. Η θέληση είναι σημαντική, αλλά μπορεί να λιγοστέψει, μπορεί να κιοτέψει, μπορεί να σε εγκαταλείψει. Τι χρειάζεται; Χρειάζεται η θέληση να γίνει απόφαση. Χρειάζεται απόφαση. Η απόφαση είναι αυτή που θα οδηγήσει στη δέσμευση. Και αυτό ακριβώς τώρα οδηγεί σε μια σειρά πραγμάτων, που είναι η ευθύνη, η συνέπεια, η σταθερότητα, ο κόπος, η πράξη. Όλα αυτά που χρειάζεται να κάνεις για να περάσεις από αυτή τη διαδικασία.
Λέω λοιπόν πολύ συχνά στα παιδιά: πάρε απόφαση να μάθεις. Επένδυσε στον εαυτό σου. Αυτό είναι το σημαντικό. Και μου λένε τα παιδιά: «Κυρία, δεν ξέρω ακόμα τι θέλω. Δεν έχω αποφασίσει επάγγελμα, δεν ξέρω τι να κάνω στη ζωή μου». Και λέω: δεν πειράζει. Όντως, εάν μπορείς να δεις τον εαυτό σου κάπου που αγαπάς, κάπου που σ’ αρέσει πολύ, είναι φοβερό κίνητρο. Είναι «ωθητήρας» πραγματικός που σε πάει μπροστά. Αλλά, ακόμα και αν δεν έχει γίνει αυτό, κάνε κάτι για τον εαυτό σου. Αποφάσισε ότι θέλεις να του κάνεις καλό. Μην τον πετάς. Μην τον υποτιμάς. Σήκωσέ τον, αναβάθμισέ τον.
Και με ρωτάνε λοιπόν εκεί πέρα: «είναι επένδυση η άσκηση, η γυμναστική, η διατροφή;» Λέω: ναι, είναι επένδυση, γιατί έχει να κάνει με την υγεία σου. Είναι επένδυση η ψυχαγωγία, κάτι που μου αρέσει πολύ; Ναι, είναι επένδυση, γιατί αυτή είναι η ψυχική σου υγεία και γιατί και μέσα από αυτό μαθαίνεις. Είναι επένδυση και η μάθηση μέσα από το διάβασμα, μέσα από τη σκέψη, μέσα από τη μελέτη; Ναι, γιατί με τη μάθηση μαθαίνεις τον εαυτό σου, μαθαίνεις τους άλλους ανθρώπους, μαθαίνεις να μπαίνεις στο βάθος των πραγμάτων, μαθαίνεις τον κόσμο μέσα στον οποίο ζεις. Είναι επίσης η ζωή σου.
Και βλέπετε, λέω τόσην ώρα «μάθε» και «μάθε» και «επένδυσε» και χρησιμοποιώ προστακτική. Ενώ είναι γνωστό ότι κάποια ρήματα, όπως λέμε συχνά, δεν έχουν προστακτική. Γραμματικά έχουν, στην πράξη δεν έχουν προστακτική. Δηλαδή το ρήμα «μαθαίνω», «καταλαβαίνω», «νιώθω», «αγαπώ» δεν έχει προστακτική.
Γιατί; Γιατί ο άλλος πρέπει ο ίδιος να θέλει, να είναι έτοιμος, να είναι ώριμος, να συμμετέχει. Όσο και να του πω εγώ «διάβασε», θα πρέπει ο ίδιος να διαβάσει και να καταλαβαίνει τι διαβάζει. Όσο και να του πω «μάθε», πρέπει ο ίδιος να θέλει να μάθει. Πρέπει ο ίδιος να περάσει από αυτή τη διαδικασία της κατανόησης, της ένωσης και λοιπά. Πρέπει να συμμετέχει.
Θυμίζω λοιπόν τώρα εδώ πέρα πόσο σημαντικό ήταν αυτό που σας είχα πει την προηγούμενη φορά, ο ορισμός, που από μόνος του τα λέει όλα. Είχαμε πει ότι είναι μια συνειδητή, δυναμική διαδικασία, που με προσωπική θέληση και συμμετοχή — δείτε λοιπόν όλα τα στοιχεία αυτά μέσα — καταφέρνει κάποιος το πληροφοριακό υλικό να το κάνει εμπεδωμένη γνώση.
Θυμήθηκα εδώ και τον Αϊνστάιν που είχε πει ένα ωραίο: ότι η εκπαίδευση, η μάθηση, είναι αυτό που μένει όταν έχεις ξεχάσει όλα αυτά που έχεις κάνει στο σχολείο ή που έχεις μάθει. Αυτό που μένει, αυτό που είναι εμπεδωμένο, αυτό που είναι μέσα σου, αυτό είναι πραγματική μάθηση. Και όχι ένα κατεβατό από πράγματα μηχανικά και επιφανειακά, που μετά από λίγο ξεχνιούνται, δεν τα ξέρεις καν ότι τα διαθέτεις, δεν τα χρησιμοποιείς στη ζωή σου.
Έρχονται πολλές φορές, μετά από κάποια επιτυχία μαθητή, και μου λένε «συγχαρητήρια». Δεν τα έχω δεχτεί ποτέ. Λέω: σας παρακαλώ, όχι σε μένα τα συγχαρητήρια! Είναι στον μαθητή. Γιατί αυτός τα κατάφερε. Εγώ λέω τα ίδια πράγματα σε πόσα άτομα, εννοώ μεταφέρω αυτή τη γνώση, αυτό που ξέρω και λοιπά. Είναι δικό του επίτευγμα το ότι κατάφερε να το αξιοποιήσει και να το κάνει δικό του και να μπορέσει να κερδίσει μέσα από αυτό.
Η απόφαση λοιπόν οδηγεί στη δέσμευση και αυτό μας βοηθάει να αντέξουμε τη δύσκολη πορεία. Έχει δύσκολα πράγματα η μάθηση. Τι έχει; Έχει ευθύνη, είναι δύσκολη, έχει συνέπεια, έχει πράξη, έχει δοκιμή, έχει εξάσκηση. Ξανά πάλι η πράξη στο προσκήνιο. Δεν γίνεται ούτε εδώ, φυσικά από την πλευρά του μαθητή, με τη θεωρία, με κάτι εύκολο, με το να κρατιέσαι εκτός. Όχι. Πρέπει να πέσεις μέσα. Αυτό που λέμε: να κολυμπήσεις στα βαθιά, να πέσεις μέσα στα κύματα, να ανέβεις βουνά. Η μάθηση είναι μια πορεία, θα έλεγα, ανηφορική. Και εκεί πέρα λοιπόν θα συναντήσεις προκλήσεις, δοκιμασίες. Θα χτυπήσεις, θα πέσεις, θα σηκωθείς, θα συνεχίσεις. Αυτό έχει αυτή η πορεία. Δεν είναι στρωμένη με ροδοπέταλα.
Γιατί σε κάθε τι καλό — πάλι μου έρχεται το τραγούδι των Πυξ Λαξ — «ό,τι αξίζει πονάει κι είναι δύσκολο»— σε κάθε τι καλό περνάς από δυσκολίες. Εδώ η δυσκολία ποια είναι επίσης; Δύσκολα είναι τα λάθη. Δεν υπάρχει περίπτωση να μη κάνεις λάθη. Γιατί η μάθηση έχει μέσα δοκιμή, έχει πείραμα. Θα δοκιμάσεις, θα πας από δω, θα πας από την άλλη πορεία, δεν θα τα καταφέρνεις. Και μόνο από αυτόν τον δρόμο των λαθών, των απογοητεύσεων, των αποτυχιών, μαθαίνεις. Αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο, πραγματικά ξεχωριστό, και θα το κάνω: το πόσο σημαντικά είναι τα λάθη και η αποτυχία στη ζωή μας για την επιτυχία. Και τα παιδιά σήμερα δεν το ξέρουν. Στο κάθε λάθος τρομάζουν. Στο κάθε λάθος είναι έτοιμοι να φύγουν. Δεν γίνεται αυτό.
Για αυτό χρειάζεται η απόφαση. Γιατί εκεί αντέχω την αναμέτρηση με τον εαυτό μου, τις ελλείψεις μου, την ανεπάρκειά μου και ακριβώς αυτή την απογοήτευση που μπορεί να μου προκαλεί ο εαυτός μου, γιατί δεν ξέρω. Αλλά είναι ο μόνος δρόμος για να μπορέσω να εξελιχθώ, να προχωρήσω και να μάθω.
Θυμήθηκα και μια φοβερή παροιμία της γιαγιάς μου, που έλεγε: «Όποιος κάνει δουλειές, κάνει και ζημιές». Αυτό είναι πάρα πολύ σοφό και θα έπρεπε να το έχουμε εμπεδώσει. Ότι όποιος άνθρωπος δεν είναι στάσιμος, άπραγος, θα κάνει και λάθη.
Και επιγραμματικά λοιπόν, συγκεντρώνω τα πράγματα:
Ο δάσκαλος δεν δίνει μασημένη τροφή και δεν γεμίζει μυαλά.
Ο μαθητής δεν καταπίνει έτοιμη γνώση και δεν είναι δοχείο.
Ο δάσκαλος προσφέρει ερώτημα. Δεν είναι για να δίνει απαντήσεις, είναι για να βάζει ερωτήματα. Εκπληκτικό κεφάλαιο κι αυτό. Είναι θέμα έκθεσης. Δίνει τρόπο σκέψης, οργάνωση.
Ο μαθητής χρειάζεται διάθεση για να μάθει, που θα τον οδηγήσει στη συνειδητή απόφαση.
Ο δάσκαλος δείχνει τον δρόμο με τη στάση του, με το παράδειγμά του, και ο μαθητής επιλέγει συνειδητά να τον ακολουθήσει μέχρι να βρει τον δικό του δρόμο.
Και θα κλείσω με ένα ποίημα του Ελύτη, από τον Μικρό Ναυτίλο, που αναφέρεται στους νέους. Θα πω κάποιους στίχους:
«Παραλαμβάνεις από τους Δίες τον κεραυνό
και ο κόσμος σου υπακούει. Εμπρός λοιπόν.
Από σένα η άνοιξη εξαρτάται. Τάχυνε την αστραπή.
Πιάσε το “πρέπει” από το γιώτα και γδάρε το ίσα με το πι.»
Γιατί ο νέος να γδάρει το «πρέπει»; Για να εμφανιστεί, να φανερωθεί από μέσα αυτό που θέλει και αυτό που τού λέει η καρδιά του. Εκεί είναι ο θησαυρός του. Και έτσι η ζωή έχει νόημα και προχωράει.
Όλα είναι θέμα έκθεσης. Γεια σας.
Η ομιλία περιληπτικά ως άρθρο
Ο μαθητής και η μάθηση: η θέληση, η απόφαση και η προσωπική ευθύνη
Εισαγωγή: Το ερώτημα της μαθησιακής ετοιμότητας
Η μαθησιακή διαδικασία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από εκείνον που διδάσκει, αλλά και από εκείνον που δέχεται τη διδασκαλία. Αν ο δάσκαλος έχει την ευθύνη να φωτίζει τον δρόμο της γνώσης, ο μαθητής οφείλει να διαθέτει εκείνα τα εσωτερικά εφόδια που θα του επιτρέψουν να βαδίσει σε αυτόν τον δρόμο. Το κρίσιμο, λοιπόν, ερώτημα είναι τι χρειάζεται ο μαθητής για να μάθει πραγματικά και όχι απλώς να ακούει ή να απομνημονεύει.
Προτού δοθεί η απάντηση, αξίζει να σταθούμε στην πραγματικότητα της εκπαιδευτικής εμπειρίας. Συχνά παρατηρείται το φαινόμενο ο δάσκαλος να επαναλαμβάνει αδιάκοπα τα ίδια πράγματα, να εξηγεί με διαφορετικούς τρόπους, να επιστρατεύει παραδείγματα, σχεδιαγράμματα, εικόνες και κάθε δυνατό μέσο, χωρίς όμως το αποτέλεσμα να είναι το αναμενόμενο. Η γνώση μοιάζει να μη βρίσκει δίοδο προς τον μαθητή, σαν να συναντά ένα αδιαπέραστο εμπόδιο. Έτσι, ο δάσκαλος εξαντλείται, αμφιβάλλει για τον εαυτό του και αναρωτιέται τι δεν κάνει σωστά, ενώ ο μαθητής παραμένει παθητικός και απόμακρος από τη διαδικασία.
Αυτή η εμπειρία οδηγεί σε μια θεμελιώδη διαπίστωση: η μάθηση δεν μπορεί να επιβληθεί από έξω. Κανείς δεν μπορεί να αλλάξει, να εξελιχθεί ή να μάθει ουσιαστικά, αν ο ίδιος δεν το επιθυμεί.
Η θέληση ως αφετηρία της μάθησης
Το πρώτο και ουσιαστικότερο στοιχείο της μάθησης είναι η θέληση. Χωρίς αυτήν, καμία εκπαιδευτική προσπάθεια δεν μπορεί να καρποφορήσει. Η θέληση αποτελεί το εσωτερικό κίνητρο, τη σπίθα που κινητοποιεί τον άνθρωπο και τον ωθεί να αναζητήσει, να προσπαθήσει και να προχωρήσει. Δεν είναι κάτι που μπορεί να επιβληθεί ή να κατασκευαστεί τεχνητά από τον δάσκαλο. Μπορεί εκείνος να την ενισχύσει, να την τροφοδοτήσει και να τη φέρει στην επιφάνεια, δεν μπορεί όμως να τη δημιουργήσει εκ του μηδενός.
Όπως σε κάθε ζωντανή ανθρώπινη επιθυμία, έτσι και στη μάθηση, η θέληση λειτουργεί ως δύναμη κινητοποίησης. Είναι η εσωτερική ορμή που σπρώχνει το άτομο να μπει σε μια πορεία αναζήτησης. Χωρίς αυτήν, η γνώση παραμένει εξωτερική, ξένη και αδιάφορη. Με αυτήν, όμως, η μαθησιακή διαδικασία αποκτά νόημα και βάθος.
Ωστόσο, όσο σημαντική κι αν είναι η θέληση, δεν αρκεί από μόνη της. Η θέληση μπορεί να αδυνατίσει, να υποχωρήσει μπροστά στις δυσκολίες ή να μην έχει αρκετή διάρκεια. Για να μετατραπεί σε ουσιαστική μαθησιακή δύναμη, χρειάζεται να γίνει απόφαση.
Από τη θέληση στην απόφαση: το πέρασμα στη δέσμευση
Η απόφαση αποτελεί το δεύτερο αποφασιστικό βήμα στη μαθησιακή διαδικασία. Αν η θέληση είναι η αρχική σπίθα, η απόφαση είναι εκείνη που δίνει στη σπίθα διάρκεια, σταθερότητα και κατεύθυνση. Είναι η συνειδητή πράξη με την οποία ο άνθρωπος αναλαμβάνει τον εαυτό του και δεσμεύεται απέναντι στον στόχο του.
Η απόφαση οδηγεί αναπόφευκτα στη δέσμευση και, μέσω αυτής, γεννώνται όλες οι υπόλοιπες αναγκαίες στάσεις: η ευθύνη, η συνέπεια, η σταθερότητα, ο κόπος, η επιμονή και η πράξη. Ο μαθητής δεν αρκεί να λέει ότι θέλει να μάθει· χρειάζεται να αποφασίσει ότι θα επενδύσει στον εαυτό του και ότι θα αναλάβει ενεργό ρόλο στη διαμόρφωσή του.
Ακόμη και όταν δεν έχει αποσαφηνίσει πλήρως τι θέλει να κάνει στη ζωή του ή ποιον επαγγελματικό δρόμο θα ακολουθήσει, μπορεί να πάρει μια βασική απόφαση: να επενδύσει στον εαυτό του, να τον αναβαθμίσει, να τον καλλιεργήσει. Να μην τον εγκαταλείψει, να μην τον υποτιμήσει. Η γνώση, η σωματική φροντίδα, η ψυχική ισορροπία, η άσκηση, η μελέτη και η εμβάθυνση στα πράγματα αποτελούν μορφές επένδυσης στον άνθρωπο. Κάθε τέτοια επένδυση είναι ένα βήμα προς την αυτοβελτίωση και τη συνειδητή συγκρότηση της προσωπικότητας.
Η μάθηση ως ενεργή συμμετοχή
Η ίδια η έννοια της μάθησης αποκαλύπτει τον ενεργό της χαρακτήρα. Η μάθηση είναι μια συνειδητή και δυναμική διαδικασία, στην οποία το άτομο, με προσωπική θέληση και συμμετοχή, μετατρέπει το πληροφοριακό υλικό σε εμπεδωμένη γνώση. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί να ακούει, να παρακολουθεί ή να δέχεται παθητικά όσα του προσφέρονται. Χρειάζεται να συμμετέχει ουσιαστικά.
Γι’ αυτό και ορισμένα ρήματα, αν και γραμματικά διαθέτουν προστακτική, στην πράξη δεν μπορούν να λειτουργήσουν επιτακτικά. Ρήματα όπως «μαθαίνω», «καταλαβαίνω», «νιώθω» και «αγαπώ» προϋποθέτουν εσωτερική ετοιμότητα, προσωπική διάθεση και ενεργή εμπλοκή. Δεν μπορεί κανείς να αναγκάσει έναν άνθρωπο να καταλάβει, να νιώσει ή να μάθει, αν ο ίδιος δεν είναι έτοιμος να συμμετάσχει σε αυτή τη διαδικασία.
Η πραγματική μάθηση, επομένως, δεν ταυτίζεται με την απομνημόνευση ή τη μηχανική επανάληψη. Είναι αυτό που παραμένει μέσα στον άνθρωπο όταν έχουν ξεχαστεί οι επιφανειακές λεπτομέρειες. Είναι εκείνο που έχει γίνει βίωμα, τρόπος σκέψης και εσωτερικό κτήμα.
Η δέσμευση χρειάζεται για να αντέξουμε τις δυσκολίες και τα λάθη
Η μαθησιακή πορεία δεν είναι εύκολη ούτε ανέφελη. Αντίθετα, πρόκειται για μια ανηφορική διαδρομή, γεμάτη προκλήσεις, δοκιμασίες και απογοητεύσεις. Η μάθηση απαιτεί ευθύνη, εξάσκηση, συνέπεια και επανάληψη. Δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με θεωρητική μόνο επαφή ή με ασφαλή απόσταση από το αντικείμενο. Απαιτεί πράξη, δοκιμή και βίωση.
Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, τα λάθη είναι αναπόφευκτα. Δεν υπάρχει μάθηση χωρίς πειραματισμό, χωρίς αποτυχίες, χωρίς στιγμές αμφιβολίας και πτώσης. Ο άνθρωπος δοκιμάζει, αποτυγχάνει, διορθώνει, ξαναπροσπαθεί και μόνο έτσι προχωρά. Τα λάθη δεν είναι ένδειξη ανικανότητας, αλλά απόδειξη συμμετοχής και δράσης. Όποιος πράττει, αναπόφευκτα και σφάλλει. Αντίθετα, μόνο όποιος μένει στάσιμος και αδρανής αποφεύγει το λάθος, πληρώνοντας όμως το τίμημα της ακινησίας.
Γι’ αυτό ακριβώς η απόφαση είναι τόσο σημαντική. Είναι εκείνη που επιτρέπει στον μαθητή να αντέξει τη δύσκολη αναμέτρηση με τα όριά του, με τις ελλείψεις του και με την απογοήτευση που προκαλεί η κάθε «ανεπάρκεια». Μόνο μέσω αυτής της δοκιμασίας μπορεί να εξελιχθεί.
Ο ρόλος του δασκάλου και η ευθύνη του μαθητή
Στη μαθησιακή σχέση, ο δάσκαλος και ο μαθητής έχουν διακριτούς αλλά αλληλένδετους ρόλους. Ο δάσκαλος δεν είναι εκείνος που γεμίζει μηχανικά το μυαλό του μαθητή με έτοιμη γνώση, ούτε προσφέρει «μασημένη τροφή». Ο ρόλος του είναι βαθύτερος: θέτει ερωτήματα, δείχνει τρόπο σκέψης, οργανώνει τη διαδικασία και λειτουργεί ως οδηγός.
Από την άλλη πλευρά, ο μαθητής δεν είναι δοχείο παθητικής αποθήκευσης γνώσεων. Είναι το πρόσωπο που καλείται να επιλέξει συνειδητά αν θα βαδίσει στον δρόμο που του ανοίγεται. Ο δάσκαλος μπορεί να δείξει την κατεύθυνση με τη στάση, το παράδειγμα και τη μέθοδό του, όμως ο μαθητής είναι εκείνος που τελικά πρέπει να περπατήσει. Η επιτυχία, επομένως, ανήκει πρωτίστως στον μαθητή, γιατί είναι αποτέλεσμα της δικής του αξιοποίησης της γνώσης και της προσωπικής του προσπάθειας.
Η μάθηση ως πορεία προς την αυτονομία
Ο τελικός σκοπός της μάθησης δεν είναι η εξάρτηση από τον δάσκαλο, αλλά η αυτονόμηση του μαθητή. Ο καλός δάσκαλος δεν δημιουργεί εξαρτημένους αποδέκτες, αλλά ανθρώπους που σταδιακά μπορούν να σκέφτονται μόνοι τους, να οργανώνουν τη μάθησή τους και να αναζητούν τον δικό τους δρόμο.
Ο μαθητής, επομένως, χρειάζεται να διαθέτει διάθεση για μάθηση, η οποία θα τον οδηγήσει στη συνειδητή απόφαση, και από εκεί στη δέσμευση, στην πράξη και στην επιμονή. Μόνο έτσι μπορεί να φτάσει στο σημείο όπου δεν ακολουθεί απλώς έναν δρόμο που του έδειξαν, αλλά ανακαλύπτει και χαράζει τον δικό του.
Επίλογος: Από το “πρέπει” στο “θέλω”
Η ουσία της μάθησης βρίσκεται στη μεταμόρφωση της εξωτερικής απαίτησης σε εσωτερική κίνηση. Όσο ο άνθρωπος λειτουργεί μόνο μέσα από το «πρέπει», παραμένει ξένος προς τη γνώση. Όταν όμως ανακαλύπτει το προσωπικό του «θέλω», τότε η μάθηση αποκτά δύναμη, και η ζωή νόημα και προοπτική.
Η αληθινή εκπαίδευση δεν είναι επιβολή αλλά αφύπνιση. Δεν είναι μηχανική συμμόρφωση, αλλά εσωτερικό ξύπνημα. Εκεί όπου ο μαθητής αναλαμβάνει τον εαυτό του, αποφασίζει να επενδύσει σε αυτόν και αντέχει την πορεία της δυσκολίας και των λαθών, αρχίζει η πραγματική μάθηση. Και μόνο τότε μπορεί η γνώση να γίνει ζωή.
