Γλωσσομάθεια
Ορισμός: Η εκμάθηση και η καλή γνώση της γλώσσας ξένων λαών, εκτός από τη μητρική γλώσσα.
Ιστορική προσέγγιση: Σε παλιότερες εποχές η γνώση μιας ή περισσοτέρων ξένων γλωσσών δεν ήταν αναγκαία και αποτελούσε προνόμιο λίγων ανθρώπων, κυρίως των ευκατάστατων και των πνευματικά καλλιεργημένων. Οι δυσχερείς κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν καθιστούσαν δύσκολη την καλή εκμάθηση της μητρικής γλώσσας για να αποφευχθεί ο αναλφαβητισμός σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, πόσο μάλλον την εκμάθηση ξένων γλωσσών.
Σήμερα η γλωσσομάθεια είναι αναγκαία
Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και του πολιτισμού επέφερε μεγάλες αλλαγές στη λειτουργία των κοινωνιών. Το άνοιγμα των αγορών, οι οικονομικοί συνασπισμοί, η ένωση χωρών όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο σχηματισμός πολυεθνικών εταιριών οδήγησαν στην ανάγκη για επικοινωνία μεταξύ των χωρών, για διεκπεραίωση συναλλαγών και για επαγγελματικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες εκτός των συνόρων μιας χώρας. Άλλωστε η ανάπτυξη των επιστημών και της τεχνογνωσίας, σε συνδυασμό με την εξειδίκευση καθιστούν αναγκαία τη συνεργασία των επιστημόνων από όλο τον κόσμο(διεπιστημονικότητα), τη μελέτη ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας και τη συμμετοχή σε διεθνή επιστημονικά συνέδρια προκειμένου να εξελιχθεί περαιτέρω η επιστημονική γνώση και να βρεθούν λύσεις σε παγκόσμια κοινωνικά προβλήματα όπως το οικολογικό, η βία, η ανεργία.
Η τεχνολογική ανάπτυξη εξάλλου, μείωσε τις αποστάσεις μεταξύ των χωρών λόγω της τελειοποίησης των μέσων μαζικής συγκοινωνίας και των μαζικών μέσων ενημέρωσης. Η προσέγγιση μιας άλλης χώρας γίνεται εύκολη υπόθεση για λόγους επαγγελματικούς, εκπαιδευτικούς, ψυχαγωγικούς και η οικουμενικότητα της πληροφόρησης κατήργησε τα σύνορα μεταξύ των χωρών και συνετέλεσε στην πραγματοποίηση ενός «παγκόσμιου χωριού» , όπως έλεγε ο Μάρσαλ Μακ Λούαν. Αυτό σημαίνει ότι την ίδια στιγμή που συντελείται ένα γεγονός, γίνεται γνωστό στην άλλη άκρη του πλανήτη και μία πληροφορία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να συγκεντρώσει τα βλέμματα και την προσοχή εκατομμυρίων ανθρώπων απ’ όλο τον κόσμο. Έτσι, η τεχνολογική ανάπτυξη σε συνδυασμό με την παγκοσμιοποίηση καθιστούν αναγκαία την εκμάθηση ξένων γλωσσών.
Σημασία – Αξία της γλωσσομάθειας
Πρωταρχικά, σε ένα πρακτικό επίπεδο, η γνώση ξένων γλωσσών και ειδικά των ανεπτυγμένων τεχνολογικά και οικονομικά χωρών, αποτελεί εφόδιο για επαγγελματική αποκατάσταση αλλά και για επαγγελματική ανέλιξη και επιτυχία. Επιπλέον, είναι «όπλο επιβίωσης» στον σύγχρονο τρόπο ζωής, που λόγω της τεχνολογικής ανάπτυξης και της παγκοσμιοποίησης, κατακλυζόμαστε από πληροφορίες και μηνύματα μέσω τηλεόρασης, διαδικτύου, διαφημίσεων, εισαγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και ερχόμαστε σε επαφή καθημερινά με ανθρώπους άλλων χωρών λόγω επαγγέλματος, του τουρισμού και της μετανάστευσης
Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, η εκμάθηση ξένων γλωσσών καλλιεργεί τον άνθρωπο πνευματικά, καθώς αυξάνει τις γνώσεις του, εμπλουτίζει τις εμπειρίες του, αναπτύσσει την κρίση του και τον προβληματισμό του και ασκεί την προσοχή, τη μνήμη και την εγρήγορση. Ικανοποιεί την ανάγκη του ανθρώπου για πολύπλευρη ενημέρωση και σφαιρική γνώση, ενισχύει τη δεκτικότητα σε νέες ιδέες, επισημαίνοντας τη σχετικότητα των δικών μας απόψεων και του περιορισμένου τρόπου αντίληψης των πραγμάτων μέσα από το εθνικό πρίσμα που αντικατοπτρίζεται στη μητρική γλώσσα. Ανοίγουν λοιπόν οι ορίζοντες του και χωρίς προκαταλήψεις και στερεότυπα, χωρίς εγωιστικά σύνδρομα και εθνικιστικές εξάρσεις προσεγγίζει την αλήθεια και ωριμάζοντας ψυχικά και ηθικά δέχεται και καταλαβαίνει διαφορετικούς ανθρώπους με διαφορετικές κουλτούρες και διαφορετικό πολιτισμό.
Αυτή η κατανόηση του διαφορετικού, ευνοεί την επικοινωνία των λαών, συντελεί στην ουσιαστική αλληλεπίδραση τους και στη σύσφιξη των διεθνών σχέσεων. Μέσα από τη γλώσσα μαθαίνουμε τον τρόπο σκέψης των άλλων λαών, διεισδύουμε στον ψυχισμό τους, στο ήθος και τις αξίες τους, γνωρίζουμε την ιστορία τους και έτσι χωρίς ρατσιστικές τάσεις καλλιεργείται η οικουμενική συνείδηση και εδραιώνεται η παγκόσμια ειρήνη και συμφιλίωση. Ταυτόχρονα, επιτελείται ουσιαστικός πολιτικός διάλογος μεταξύ των κρατών για την κατοχύρωση δικαιωμάτων και ελευθεριών, για την κατοχύρωση του δικαίου, για την επίλυση παγκόσμιων προβλημάτων. Εξίσου αναπτύσσεται τόσο ο πνευματικός πολιτισμός με την γνήσια επαφή και συμμετοχή στα επιτεύγματα των επιστημών και στις δημιουργίες της αυθεντικής τέχνης όσο και ο υλικός πολιτισμός με την προώθηση των οικονομικών συναλλαγών και της τεχνογνωσίας.
Τέλος, η γλωσσομάθεια ευνοεί το κάθε έθνος ξεχωριστά αν λάβουμε υπόψη μας την άποψη του Γκαίτε «όποιος δεν ξέρει ξένες γλώσσες δεν ξέρει τίποτα από τη δική του». Αυτό σημαίνει ότι η εκμάθηση ξένων γλωσσών συντελεί στην εμπέδωση και συνειδητοποίηση της εθνικής γλώσσας, της ιδιαιτερότητας της πολιτισμικής κληρονομιάς, μέσα από το πολιτιστικό συγκρητισμό που επιτελείται. Επιπλέον, ένα έθνος αντλεί ερεθίσματα για προβληματισμό, ώστε να επιτευχθεί εθνική αυτογνωσία και αντλεί πρότυπα για παραδειγματισμό, ώστε να υπάρξει πρόοδος και ευημερία. Πιο συγκεκριμένα για τις χώρες με αδύναμη οικονομία, όπως η Ελλάδα, η γλωσσομάθεια βοηθάει να συμμετέχουμε στα δεδομένα της σύγχρονης τεχνολογίας, να χρησιμοποιούμε την τεχνογνωσία για την ανάπτυξη της οικονομίας, να βελτιώνουμε τους παραγωγικούς τομείς, να αναπτύσσουμε οικονομικούς κλάδους, όπως ο τουρισμός, και να αντλούμε υλικό για οικονομική αναδιάρθρωση μέσα από τις επικοινωνίες, τη στρατηγική επιχειρήσεων κλπ.
Προϋποθέσεις
Για να επέλθουν όλα αυτά τα θετικά από την εκμάθηση ξένων γλωσσών θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας δύο σημαντικές προϋποθέσεις. Η μία αφορά στο πότε μαθαίνουμε τις ξένες γλώσσες και η άλλη αφορά στο πώς. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ο άνθρωπος θα πρέπει να έχει εδραιώσει τη μητρική του γλώσσα και να τη γνωρίζει καλά με την ουσιαστική διδασκαλία της και με την παροχή ευρύτερης παιδείας για να προχωρήσει στην εκμάθηση νέων, ώστε να μπορεί να κρατά μια κριτική στάση στο εννοιολογικό περιεχόμενο, καθώς και να διατηρεί την εθνική του ταυτότητα. Καταλαβαίνουμε ότι η εκμάθηση ξένων γλωσσών από μικρή ηλικία μπορεί να βοηθά στη γρήγορη κατοχή διπλώματος για εξυπηρέτηση πρακτικών σκοπών αλλά δε βοηθά σ’ αυτή τη κριτική και δημιουργική στάση. Από την άλλη ο τρόπος εκμάθησης των ξένων γλωσσών θα πρέπει να είναι ποιοτικός και όχι να στηρίζεται σε στείρα αποστήθιση λέξεων και κανόνων με σκοπό την επαγγελματική αποκατάσταση και την εξασφάλιση ενός καλού βιογραφικού. Με αυτό τον τρόπο, μπορεί να ανταποκρινόμαστε στις ανάγκες της σύγχρονης τεχνοκρατικής κοινωνίας αλλά ούτε ως άνθρωποι πλουτίζουμε ούτε πολιτιστικά και διεθνιστικά προοδεύουμε.
Αρνητικές συνέπειες
Αν δε ληφθούν υπόψη αυτές οι προϋποθέσεις η γλωσσομάθεια μπορεί να εγκυμονεί κινδύνους τόσο για το άτομο όσο και για το έθνος. Το άτομο κινδυνεύει με πνευματική σύγχυση και αταξία, αφού δεν σκέφτεται σε μία γλώσσα, τη μητρική του, αλλά έννοιες και νοήματα από διαφορετικές γλώσσες προκαλούν μια χαοτική κατάσταση στο μυαλό του. Αυτό ταυτόχρονα προκαλεί και προβλήματα στην επικοινωνία, αφού δημιουργείται μία γλωσσική «Βαβέλ». Εξίσου σημαντικές είναι οι συνέπειες σ’ αυτή την ίδια την εθνική γλώσσα, αφού επέρχεται αλλοίωση της προφοράς, της γραμματικοσυντακτικής δομής καθώς και του λεξιλογίου της, εξαιτίας της άκριτης και υπερβολικής υιοθέτησης ξένων γλωσσικών δομών και λέξεων. Επέρχεται δηλαδή μία γλωσσική εξάρτηση εξαιτίας της ξενομανίας, της προοδοπληξίας και του εγκλωβισμού σε έναν γλωσσικό συρμό και στη μόδα. Αυτό έχει κόστος στην εθνική συνείδηση, αφού συντελείται δουλική μίμηση της σκέψης και της κουλτούρας άλλων λαών, ενώ υποβιβάζεται και θεωρείται κατώτερη η εθνική γλώσσα. Μ’ αυτόν τον τρόπο διευκολύνεται ο πολιτιστικός επεκτατισμός των ισχυρών κρατών σε αδύναμες οικονομικά χώρες.
