Γλώσσα
Ορισμός : Γλώσσα είναι ένα σύστημα-κώδικας συμβόλων, φθόγγοι για τον προφορικό λόγο και γράμματα για τον γραπτό, με τα οποία σχηματίζουμε λέξεις και με αυτές προτάσεις σ’ ένα πλαίσιο γραμματικών και συντακτικών κανόνων. Τα σύμβολα αυτά βρίσκονται σε λειτουργική ενότητα μεταξύ τους και αποτελούν ιδιαίτερο κώδικα σκέψης, έκφρασης και επικοινωνίας, αφού η κάθε λέξη απηχεί μία έννοια, ένα νόημα , μία σημασία. Γι’ αυτό η γλώσσα δεν είναι απλά ένα σύστημα σημείων αλλά ένα σύστημα αξιών, αφού αντανακλά την ξεχωριστή σύλληψη, οργάνωση και έκφραση του κόσμου από ένα άτομο ή ένα ολόκληρο λαό.
Είδη γλώσσας:
- Γλώσσα μητρική – ξένες γλώσσες.
- Προφορικός και γραπτός λόγος.
- Άλλες μορφές γλώσσας: γλώσσα σώματος, γλώσσα ηλεκτρονικών υπολογιστών, καλλιτεχνική γλώσσα.
- Διάρθρωση γλωσσικού σημείου (λέξης)
Σημαινόμενο = σημασία à αντικείμενο αναφοράς
Σημαίνον = ακουστική εικόνα (ήχος) à φθόγγοι
= οπτική εικόνα (γράμματα) à γράμματα
Επίπεδα γλώσσας:
- Σημασιολογικό (σημασίες λέξεων)
- Φωνητικό, φωνολογικό (φθόγγοι, φωνήματα)
- Μορφολογικό (θέμα – καταλήξεις – λέξεις)
- Συντακτικό (δόμηση γλωσσικών σημείων)
Χαρακτηριστικά γλώσσας( από την ύλη της Α Λυκείου):
α) Η γλώσσα είναι απέραντη γιατί είναι «έκφραση του εσωτερικού μας κόσμου, κύμα ζωής, άνοιγμα κι επαφή ψυχών, ανταλλαγή αισθημάτων και σκέψεων μέσα σε συνομιλία, ερώτηση κι απόκριση, άρνηση και κατάφαση, προσταγή, απαγόρευση και παράκληση, μικροεπεισόδια και πεζότητες, ταπεινότητες της καθημερινής ζωής, έξαρση και κατάνυξη, τραγούδι και κλάμα, χαρά και καημός, τρικυμία και γαλήνη, αγάπη και πάθος, αγωνία και κατάρα, επιστήμη και ζωή, σκέψη, ενατένιση της μοίρας και φιλοσοφία. Όλα αυτά είναι γλώσσα ατομική κι εθνική.» Μ. Τριανταφυλλίδης
β) Η γλώσσα είναι πολύμορφη και πολύπλοκη, αφού πολύμορφη και πολύπλοκη είναι και η κοινωνική ζωή που την παράγει. Οι απεριόριστες δυνατότητες της ανταποκρίνονται στις ποικίλες ανάγκες της κοινωνικής ζωής και τις υπηρετούν. Γι’ αυτό πολλοί λένε ότι η γλώσσα δεν είναι απλά έργο αλλά ενέργεια, αφού η παραγωγικότητα του μηχανισμού της δεν έχει περιορισμούς και οι δυνάμεις της για έκφραση είναι ανεξάντλητες. Άλλωστε δυναμική είναι και η κοινωνία κι όχι στατική. Όλα αλλάζουν και εξελίσσονται και μαζί μ’ αυτά και η γλώσσα μεταβάλλει τα γλωσσικά της στοιχεία διατηρώντας σημαντικούς δεσμούς με προγενέστερες μορφές της.
γ) Η γλώσσα διαθέτει πολλές οπτικές – πολυσημία, αφού χαρακτηρίζουμε με διαφορετικές λέξεις τα ίδια πράγματα, φορτίζουμε τις ίδιες λέξεις με εντελώς διαφορετικό σημασιολογικό φορτίο ή με διαφορετικές αποχρώσεις της ίδιας λέξης.
δ) Η γλώσσα διακρίνεται στην κοινή και στην εξατομικευμένη. Η κοινή είναι το σύνολο των λεκτικών εικόνων και κανόνων που αποθηκεύονται σε όλα τα μέλη της γλωσσικής κοινότητας. Από αυτό το σύνολο λέξεων και κανόνων ο κάθε άνθρωπος χρησιμοποιεί ανάλογα με το χαρακτήρα και την παιδεία του στοιχεία της και αυτή η προσωπική πλευρά της γλώσσας ονομάζεται ομιλία, ιδιόλεκτος. Όλα τα μέλη της κοινότητας έχουν θεωρητικά την ικανότητα ομιλίας. Η γλωσσική πλήρωση όμως επιτυγχάνεται μέσω των γλωσσικών επιλογών, που φανερώνουν και τον βαθμό κατάκτησης της μητρικής γλώσσας.
ε) Η γλώσσα υπάρχει πρώτα απ’ όλα ως προφορική επικοινωνία. Η γραπτή ομιλία – επικοινωνία ιστορικά και ιεραρχικά ακολουθεί. Ο γραπτός λόγος είναι επιγέννημα του προφορικού, γραφική παράσταση και συμβολισμός του. Ο άνθρωπος πρώτα μαθαίνει να μιλά και μετά να γράφει.
στ) Η γλώσσα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τους ποικίλους παράγοντες που την δημιουργούν: ηλικία, μόρφωση, επάγγελμα, ιδεολογία, κοινωνική τάξη, καταγωγή, φύλο, περίσταση. Πλήθος παράγοντες συνθέτουν την κοινοτική ζωή και ανακλώνται στις διάφορες γλωσσικές χρήσεις των μελών της, καθώς και στο διαφορετικό ύφος ανάλογα με το ποιος μιλάει, σε ποιον, με ποιο θέμα, για ποιο σκοπό, που, πότε, γιατί, πως κτλ.
Αξία της γλώσσας
Υπάρχει διαλεκτική σχέση μεταξύ σκέψης και γλώσσας, μεταξύ λόγου – σκέψης και λόγου – έκφρασης. Όσο πιο σύνθετα και ολοκληρωμένα εκφράζεται ένας άνθρωπος, τόσο κινητοποιεί το πνεύμα του και αντίστροφα, όσο πιο καλλιεργημένος είναι πνευματικά, τόσο πιο πλούσια μέσα έκφρασης χρησιμοποιεί. Η ενασχόληση με τις ήδη υπάρχουσες λέξεις και η γνώση της επακριβούς σημασίας τους βοηθά τον άνθρωπο να αντιληφθεί τις έννοιες και να έχει μια σαφή εικόνα της πραγματικότητας, ξεφεύγοντας έτσι από τον υποκειμενισμό, την ασάφεια και κυρίως την ιδεολογική σύγχυση της εποχής μας. Η εκμάθηση της γλώσσας είναι βέβαιο ότι οδηγεί στη διεύρυνση των πνευματικών οριζόντων του ατόμου και στη σφαιρική γνώση και ενημέρωσή του ενάντια σε κάθε μορφή παραπληροφόρησης, προπαγάνδας και χειραγώγησης. Εξάλλου, η οργάνωση των γλωσσικών συμβόλων, η κατάλληλη επιλογή της λέξης για το νόημα που θέλουμε να εκφράσουμε και η εφαρμογή των κανόνων Γραμματικής και Συντακτικού αυξάνουν την κριτική ικανότητα του ανθρώπου, καλλιεργούν το συλλογισμό, συντελούν στην εγρήγορση, οξύνουν το πνεύμα. Με τη γλώσσα ο άνθρωπος παίρνει μηνύματα και γνώσεις, μελετάει, επικοινωνεί, ανταλλάζει ιδέες, λαμβάνει και στέλνει πληροφορίες. Όλα αυτά διαμορφώνουν το κριτικό του υπόβαθρο και οδηγείται στην πνευματική ελευθερία, αφού είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του, να ελέγχει και να επεξεργάζεται τα μηνύματα που δέχεται, να σχηματίζει άποψη, να συνθέτει τα επιχειρήματά του, να διατυπώνει τις θέσεις του, τις διαφωνίες, τα αιτήματά του. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι η ορθή αντίληψη και χρήση της γλώσσας αποτελεί σπουδαίο παράγοντα ενδυνάμωσης και απελευθέρωσης του πνεύματος, σπουδαία άμυνα σε καθετί που απειλεί τον άνθρωπο με μονομέρεια, δογματισμό, παθητικοποίηση. Ιδιαίτερα σήμερα, με την κυριαρχία της εικόνας, την ευκολία της τεχνολογίας και την παραγωγή λόγου από την τεχνητή νοημοσύνη, η γλωσσική καλλιέργεια είναι το μοναδικό εφόδιο που επιτρέπει στον άνθρωπο να αξιοποιεί την τεχνολογία χωρίς να υποβαθμίζεται ως σκεπτόμενο και δημιουργικό ον.
Στη σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα, η αξία της γλωσσικής καλλιέργειας αναδεικνύεται σε πρωταρχικό ανάχωμα απέναντι στον κίνδυνο της λεξιπενίας και της πνευματικής τυποποίησης. Η κυριαρχία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, με τη συνακόλουθη επιβολή του οπτικού πολιτισμού (TikTok, Reels) και των αποσπασματικών μορφών επικοινωνίας (όπως τα emojis και τα ακρωνύμια), οδηγεί συχνά σε έναν ακραίο γλωσσικό μινιμαλισμό που συρρικνώνει τη σκέψη· διότι, όταν απλοποιείται το όργανο έκφρασης, αναπόφευκτα υπεραπλουστεύεται και το βάθος των νοημάτων. Παράλληλα, η ραγδαία εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία παράγει αυτοματοποιημένο λόγο βασισμένο σε στατιστικούς αλγορίθμους, καθιστά τη γλωσσική παιδεία το μοναδικό κριτήριο διαφύλαξης της ανθρώπινης αυθεντικότητας. Η μηχανή μπορεί να μιμηθεί τη δομή, στερείται όμως βιώματος, συναισθηματικής ενσυναίσθησης, υπευθυνότητας και υπαρξιακού βάθους. Η κατοχή ενός πλούσιου και πολυσύνθετου λεξιλογίου επιτρέπει στον σύγχρονο άνθρωπο όχι μόνο να αποκωδικοποιεί τα μηνύματα που δέχεται, αλλά και να διακρίνει το γνήσιο από το τεχνητό, διασφαλίζοντας ότι η τεχνολογία θα παραμείνει ένα χρήσιμο εργαλείο και δεν θα καταλήξει σε έναν μηχανισμό που θα τον υποκαταστήσει μετατρέποντάς τον σε παθητικό καταναλωτή έτοιμης σκέψης και σε ασυνείδητη μηχανή.
Και ο άνθρωπος δε γίνεται ασυνείδητη μηχανή όχι μόνο αν διατηρεί την κρίση του αλλά και όταν κατανοεί και ακολουθεί διαχρονικές αξίες. Η γλώσσα λοιπόν είναι αυτή που διασώζει τις αξίες όπως η ελευθερία, το δίκαιο, η ισότητα, ο ανθρωπισμός, η δημοκρατία και βαθαίνει το νόημα των αρετών της τιμιότητας, της ειλικρίνειας, της συνέπειας, του μέτρου, της εγκράτειας, της απλότητας. Καλλιεργείται έτσι η ηθική, τίθενται υψηλοί στόχοι και ιδανικά και διαδίδονται μέσω του λόγου, προφορικού και γραπτού, οι μεγάλες ιδέες. Η εκμάθηση της γλώσσας, εξάλλου, απαιτεί υπομονή και επιμονή στην εξάσκηση, πειθαρχία για να τηρηθούν οι κανόνες και κόπο που ηθικοποιεί τον άνθρωπο, αφού τον απαλλάσσει από το δόγμα της ευκολίας. Επιπλέον, η γλώσσα, ως συνειδητή σκέψη και δημιουργική ανταλλαγή απόψεων, μυεί τον άνθρωπο στην υπευθυνότητα και στην άσκηση αυτοκριτικής, ώστε να απαλλαγεί από τα πάθη, τα κατώτερα ένστικτα και τις αδυναμίες του.
Αυτά τα ηθικά ερείσματα σε συνδυασμό με την καλύτερη γνώση της πραγματικότητας μέσω της γλώσσας και τη δυνατότητα επικοινωνίας συμβάλλουν στην τόνωση της αυτοπεποίθησης του ατόμου, της ασφάλειας και σιγουριάς και του προσδίδουν αίσθημα εσωτερικής ικανοποίησης. Επιπλέον, αναπτύσσεται το θάρρος και πιο συγκεκριμένα η παρρησία και η αποφασιστικότητα, δηλαδή οι ψυχικές αρετές που συνοδεύουν την ελεύθερη έκφραση. Αυτή η αίσθηση ελευθερίας, σημαντική για τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου, ενισχύεται όσο αυτός νιώθει ότι μπορεί να καταλάβει και να γίνει κατανοητός, να διεκδικήσει, να πείσει, να εκφραστεί, να επικοινωνήσει και να συνδεθεί μέσω της γλώσσας. Και ακριβώς αυτή η δυνατότητα επικοινωνίας και γόνιμου διαλόγου βοηθά τον άνθρωπο να βιώσει τη φύση του, να εκφράσει τα συναισθήματά του, να εισέλθει στον ψυχικό κόσμο των άλλων, να αισθανθεί την ανθρώπινη συγκίνηση, να καλλιεργήσει ευαισθησίες και άρα να εκλεπτυνθεί. Η γλώσσα επιτρέπει στον άνθρωπο να ονομάζει τις εμπειρίες, τα συναισθήματα και τις εσωτερικές του συγκρούσεις. Μέσα από τη λεκτική επεξεργασία των βιωμάτων του αποκτά βαθύτερη αυτογνωσία και μεγαλύτερη επίγνωση του εαυτού του. Όσο πιο πλούσιο είναι το γλωσσικό του οπλοστάσιο, τόσο πιο εύκολα μπορεί να αναγνωρίσει και να κατανοήσει τις ψυχικές του καταστάσεις. Κι αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια εποχή απευαισθητοποίησης, εσωτερικής δυσαρμονίας και ψυχικού κενού.
Η καλλιέργεια της κοινωνικής συνείδησης αποτελεί εύλογα προϊόν της ανάπτυξης της γλώσσας, καθώς μέσα από τη διαπροσωπική επαφή τα άτομα ανταλλάσσουν ιδέες και συναισθήματα, περιορίζουν τις συγκρούσεις και τις παρεξηγήσεις και επιτυγχάνουν μία γόνιμη επικοινωνία και ένα εποικοδομητικό διάλογο. Έτσι, διασφαλίζονται αρμονικές σχέσεις που τις διέπει η ομαλότητα και η συνεργασία, προτάσσεται το «εμείς» και βρίσκονται γόνιμες λύσεις σε όλα τα θέματα και τα προβλήματα. Ειδικά σήμερα που οι σχέσεις είναι τυποποιημένες και συμβατικές, χρειαζόμαστε τον ουσιαστικό λόγο για να αποφευχθεί η αποξένωση, να γνωριστούν οι άνθρωποι, να έρθουν πιο κοντά οι ψυχές. Επίσης, απέναντι στο φαινόμενο της γλωσσικής βίας (ρητορική μίσους, χειραγώγηση), η γλωσσική καλλιέργεια λειτουργεί ως αντίβαρο αλλά και ως ηθικό φίλτρο στην παραγωγή λόγου. Η σωστή χρήση της γλώσσας περιλαμβάνει και την αποφυγή στερεοτύπων (ρατσιστικών, σεξιστικών) και η υιοθέτηση μιας πιο συμπεριληπτικής γλώσσας δείχνει σεβασμό στη διαφορετικότητα και βοηθά στην ομαλή ένταξη όλων των κοινωνικών ομάδων. Από την άλλη, με το λόγο ο άνθρωπος πληροφορείται τα κοινωνικά δρώμενα, αντιλαμβάνεται τις κοινές υποθέσεις, κατανοεί τους κοινωνικούς του ρόλους και γνωρίζει τους θεσμούς, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις του και τους νόμους. Έτσι, συμμετέχει ενεργά στα κοινά, κοινωνικοποιείται και συντελεί στην εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας. Αξίζει να σημειωθεί και εδώ ότι, ιδιαίτερα στην εποχή των social media, όπου ο δημόσιος λόγος κατακλύζεται από συντομία, κενολογία και επιθετικότητα, η ικανότητα τεκμηριωμένης, δομημένης και μεστής έκφρασης γίνεται ολοένα πιο σπάνια και γι’ αυτό πιο αναγκαία.
Εξαιρετική είναι η συμβολή της γλώσσας για την ενεργητική στάση του πολίτη και το δημόσιο, πολιτικό λόγο που συνδέονται άρρηκτα με το πολίτευμα της δημοκρατίας. Η κατανόηση του πολιτικού λόγου οδηγεί στον περιορισμό των μέσων δημαγωγίας, της τυφλής κομματικοποίησης και του λαϊκισμού, ενώ αντίθετα στηρίζει τη γόνιμη πολιτική αντιπαράθεση και την πολυφωνία. Ο πολίτης μέσω της γλώσσας διεκδικεί τις ελευθερίες του, τα δικαιώματά του, ασκεί έλεγχο στην εξουσία, στηλιτεύοντας κάθε μορφή παραβίασης και αδικίας. Δεν ξεχνάμε άλλωστε ότι το δίκαιο, η βασική αρχή κάθε οργανωμένης δημοκρατικής κοινωνίας, στηρίζεται στο λόγο, ειδικά τον γραπτό, προκειμένου οι αρχές και οι κανόνες να γίνονται γνωστοί σε όλους και να τηρούνται τα δικαιώματα. Μέσα, λοιπόν, από τη σωστή χρήση του λόγου, ο λαός πολιτικοποιείται υγιώς και προωθείται η γνήσια δημοκρατία.
Με τη γλώσσα, επιπλέον, διασφαλίζεται και το πολιτιστικό επίπεδο του λαού, αφού αποτελεί καθρέφτη της κουλτούρας και πηγή της εκφραστικής του δύναμης για πρόοδο και εξέλιξη. Αποτελεί μέσο έκφρασης στην τέχνη (τραγούδι, πεζογραφία, ποίηση), επομένως και τρόπο αναβάθμισης της αισθητικής, της εκλέπτυνσης και του εξευγενισμού του ανθρώπου. Από την άλλη, ολόκληρη η πνευματική δημιουργία και κληρονομιά ενός λαού διαιωνίζεται με τη γλώσσα. Χάρη σ’ αυτή γνωστοποιούνται και διαδίδονται από γενιά σε γενιά ιδέες, γνώσεις, φιλοσοφικές και επιστημονικές αλήθειες, πορίσματα από έρευνες και μελέτες. Η επιστημονική σκέψη είναι αδύνατη χωρίς τη γλώσσα, καθώς οι έννοιες, οι ορισμοί, οι υποθέσεις και οι θεωρίες διατυπώνονται και ελέγχονται μέσω αυτής. Η ακρίβεια της επιστημονικής γλώσσας επιτρέπει τη μετάδοση της γνώσης και τη συσσώρευση της ανθρώπινης εμπειρίας. Έτσι, πραγματοποιείται η ανάπτυξη των γραμμάτων και ενισχύεται η πνευματικότητα, το μορφωτικό επίπεδο και η πολιτιστική στάθμη ενός λαού, αφού με τη γλώσσα εξασφαλίζεται τόσο η μεταφορά και γνωστοποίηση των πνευματικών επιτευγμάτων όσο και η συμμετοχή του λαού σ’ αυτά.
Το πολιτιστικό επίπεδο ενός λαού δε νοείται χωρίς την ταυτότητα του πολιτισμού του, την ιστορική του συνέχεια, καθώς και την ενιαία εθνική του πορεία. Με τη γλώσσα ένας λαός συνειδητοποιεί τη βαθύτερη φυσιογνωμία του, αφού σ’ αυτή συγκεφαλαιώνονται όλες οι στιγμές της προηγούμενης διαδρομής του, όλες οι μνήμες του παρελθόντος. Είναι ένα απόσταγμα η γλώσσα που απαθανατίζει εμπειρίες και γνώσεις του παρελθόντος, οικοδομώντας έτσι το παρόν και εξασφαλίζοντας το μέλλον. Μέσα από τη γνώση της γλώσσας του, ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ιδιαιτερότητα του έθνους του, τη νοοτροπία, τις αρχές και τις αξίες που το διέπουν, τις ιδιαίτερες συνήθειες και ασχολίες του λαού. Με τη συμβολή της γλώσσας καταγράφονται και διατηρούνται τα ιστορικά γεγονότα που έχουν καθορίσει την πορεία του λαού, μεταφέρονται οι παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα που συνθέτουν τη μοναδικότητά του. Αποκρυσταλλώνει, λοιπόν, την εθνική ταυτότητα, καλλιεργεί την εθνική συνείδηση και ενδυναμώνει το εθνικό φρόνημα, συμβάλλοντας στην προάσπιση της πατρίδας από εξωτερικές απειλές. Η ιστορική επιβίωση, άλλωστε, ενός έθνους εξαρτάται άμεσα από τη διατήρηση της γλώσσας του, ενώ η παρακμή του συνδέεται με την κρίση ή απώλειά της. Ειδικά σήμερα που το κλίμα της παγκοσμιοποίησης εντείνει φαινόμενα πολιτιστικής και γλωσσικής ομογενοποίησης, η γλωσσική παιδεία λειτουργεί ως μέσο άμυνας ενός λαού.
Γίνεται κατανοητό λοιπόν ότι μπορούμε να γνωρίσουμε έναν λαό, αν γνωρίσουμε τη γλώσσα του. Έτσι, μέσω της γλωσσομάθειας κατανοούμε τον τρόπο σκέψης και τον ψυχισμό ενός λαού, την κουλτούρα του και τον πολιτισμό του και μ’ αυτόν τον τρόπο αίρονται προκαταλήψεις και ρατσιστικές αντιλήψεις, έρχονται πιο κοντά τα έθνη, σέβονται το ένα το άλλο, αναπτύσσουν πνεύμα αλληλεγγύης και ανταλλάσσουν πολιτιστικά στοιχεία. Επιπλέον, με τη γλώσσα επιτυγχάνεται ο διάλογος μεταξύ των λαών κι έτσι επιλύονται παγκόσμια προβλήματα, εδραιώνεται η παγκόσμια ειρήνη και τονώνεται η οικουμενική συνείδηση.
Τέλος, σημαντική είναι η προσφορά της γλώσσας και στον οικονομικό τομέα, αφού μέσω αυτής προάγονται οι οικονομικές συναλλαγές, επιλύονται οικονομικά προβλήματα, καλλιεργείται η ειδική γνώση με την εξειδίκευση και αναβαθμίζεται το βιοτικό επίπεδο. Ειδικά στον εργασιακό χώρο, η προφορική και γραπτή επάρκεια συνδέεται με τις ηγετικές ικανότητες, την ομαδικότητα, τη διαπραγμάτευση και τη μείωση συγκρούσεων. Τέλος, λόγω της ισχυροποίησης της οικονομίας και του καταναλωτικού τρόπου ζωής που απογυμνώνουν ηθικοπνευματικά τον άνθρωπο και τον αλλοτριώνουν, είναι πολύτιμη η αρωγή της γλώσσας ως ηθικοπνευματικής αξίας για την εξισορρόπηση του τεχνικού και του πνευματικού πολιτισμού.
Περίληψη της αξίας της γλώσσας
Άτομο: Η γλώσσα αποτελεί το σημαντικότερο εφόδιο για την ολόπλευρη ανάπτυξη του ατόμου. Σε πνευματικό επίπεδο, καλλιεργεί την κριτική σκέψη, διευρύνει τους ορίζοντες και προστατεύει από την παραπληροφόρηση, τη χειραγώγηση και την παθητικοποίηση. Βοηθά στην έρευνα, στην κατανόηση, στην προσέγγιση της αλήθειας και στην ενίσχυση της λογικής του, οδηγώντας τον έτσι στην πνευματική ελευθερία. Ηθικά διασώζει διαχρονικές αξίες, καλλιεργεί αρετές και μυεί τον άνθρωπο στην υπευθυνότητα και την αυτοκριτική, απαλλάσσοντάς τον από τα κατώτερα ένστικτα και τις αδυναμίες του. Επιπλέον, η γλώσσα αποτελεί βασικό όργανο επικοινωνίας και ουσιαστικού διαλόγου, έκφρασης ιδεών και συναισθημάτων. Με αυτό τον τρόπο συντελεί στην γνωριμία και την ένωση των ανθρώπων, στην επίλυση προβλημάτων, στην αλληλοεπίδραση και στη δημιουργία υγιών και αληθινών σχέσεων. Γι’ αυτό τέλος, σε ψυχικό επίπεδο, ενισχύει την αυτοπεποίθηση, αναπτύσσει την παρρησία και την αποφασιστικότητα, ευνοεί την αυτογνωσία και προσδίδει αίσθημα εσωτερικής ικανοποίησης, πληρότητας και ελευθερίας.
Κοινωνία: Εξίσου καθοριστική είναι η αξία της γλώσσας για την κοινωνία στο σύνολό της. Σε επίπεδο δημοκρατίας, ο πολιτικός λόγος και ο διάλογος στηρίζουν την ενεργό συμμετοχή του πολίτη, περιορίζουν τη δημαγωγία και τον λαϊκισμό και διασφαλίζουν την άσκηση ελέγχου στην εξουσία, ώστε αυτή να δρα προς όφελος του λαού. Επιπλέον, καθοριστική είναι η συμβολή του γραπτού λόγου στη τήρηση των δικαιωμάτων και των κανόνων δικαίου. Σε πολιτιστικό επίπεδο, η γλώσσα αποτελεί καθρέφτη της κουλτούρας ενός λαού, μέσο έκφρασης στην τέχνη, όχημα διάδοσης της πνευματικής κληρονομιάς από γενιά σε γενιά και της επιστημονικής γνώσης και σοφίας. Τέλος, καθρεφτίζει τη νοοτροπία ενός λαού, τα ήθη και τα έθιμά του, μεταφέρει τις παραδόσεις και την ιστορία, συγκεφαλαιώνει τις μνήμες και τις εμπειρίες του παρελθόντος και έτσι αποκρυσταλλώνει την εθνική ταυτότητα και ενδυναμώνει το εθνικό φρόνημα.
Κρίση γλώσσας
Παραδείγματα που την πιστοποιούν:
- Αδυναμία χρήσης, κατανόησης του λεξιλογίου. Άγνοια σημασίας λέξεων. Αναντιστοιχία σημαίνοντος – σημαινόμενου. Λανθασμένη χρήση λέξεων, φράσεων σε διάφορα γλωσσικά περιβάλλοντα.
- Φτωχό λεξιλόγιο – λεξιπενία – συχνές επαναλήψεις.
- Ασάφεια, αοριστία, ανακρίβεια στην έκφραση. Έλλειψη κανόνων Συντακτικού και Γραμματικής. Ασυνταξία, «άναρχη» χρήση του λόγου, μη ολοκληρωμένες προτάσεις.
- Κωδικοποιημένος λόγος – αποσπασματικός.
- Χρήση τυποποιημένων λέξεων, φράσεων. Συνθηματική χρήση της γλώσσας.
- Εξαντλητική εκμετάλλευση της πολυσημίας της γλώσσας. Υποκειμενική χρήση λεξιλογίου.
- Δημιουργία διαλέκτου των νέων – αργκό.
- Υπέρμετρη χρησιμοποίηση ξένων λέξεων.
- Ύβρεις ως λειτουργικό στοιχείο του καθημερινού λεξιλογίου μας.
- Αρκτικόλεξα – συντομογραφίες.
Παρατήρηση:
Η γλωσσική πενία, τα εκφραστικά λάθη και η αδυναμία επικοινωνίας είναι εντονότερα στο γραπτό λόγο, γιατί ως επίσημος και πιο σοβαρός λόγος οι γλωσσικοί κανόνες είναι αυστηρότεροι και απαιτούνται περιεκτικότητα, ακρίβεια, σαφήνεια, πυκνότητα και λιτότητα. Χρειάζονται ακόμα συνθετότερες συντακτικές δομές, διευρυμένο λεξιλόγιο καλός χειρισμός των σημείων στίξης και ορθογραφία που σημαίνει ότι η όποια γλωσσική ανεπάρκεια φαίνεται πρωτίστως στον γραπτό λόγο.
Αίτια της κρίσης της γλώσσας
Τα οικονομικά συμφέροντα που επικρατούν στην εποχή μας κρύβονται πίσω από κάθε πρόβλημα και συντελούν στην ύπαρξη και μεγέθυνση αυτού, αφού όλα θυσιάζονται στο βωμό του κέρδους και όλα γίνονται είδος εμπορίου. Έτσι, εμπορευματοποιείται και η γλώσσα, απλοποιείται και συρρικνώνεται για κέρδος χρόνου και χώρου και χρησιμοποιείται κατά τέτοιο τρόπο -λεκτικός, πληθωρισμός, υποκειμενισμός, εντυπωσιασμός- ώστε να έλκει, να πείθει, να «πουλάει». Επιπλέον, τα πολιτικά συμφέροντα απαιτούν μια εξασθενημένη γλώσσα, αποδυναμωμένη, για να είναι εξίσου αποδυναμωμένη η σκέψη του λαού και εξασθενημένο το πνευματικό του επίπεδο. Με τη μείωση του γλωσσικού επιπέδου, η εξουσία μπορεί να αυθαιρετεί χωρίς να κινδυνεύει από τον κριτικό έλεγχο του λαού, μπορεί να δημαγωγεί, να μαζοποιεί το λαό και να τον κατευθύνει πιο εύκολα εκεί όπου εξυπηρετούνται τα συμφέροντά της.
Συναφής με τα συμφέροντα είναι και η δομή της κοινωνίας που είναι υλιστική και καταναλωτική και θέτει ως υπέρτατη αξία το χρήμα, με άμεση συνέπεια την κρίση πνευματικών και ηθικών αξιών. Αυτή η ρευστότητα και η πνευματική φτώχεια της εποχής μας, καθώς και η απουσία συλλογικών οραμάτων και στόχων, συνιστούν ανασταλτικούς παράγοντες για την καλλιέργεια της γλώσσας, αφού επικρατεί σύγχυση, αποπροσανατολισμός, αλλοτρίωση, τα οποία αντανακλώνται στον τρόπο έκφρασης. Ο άνθρωπος στην καταναλωτική κοινωνία θέτει ως κύριο στόχο του την υλική άνεση και δεν έχει το χρόνο, αλλά ούτε και τη διάθεση να ασχοληθεί με πιο ουσιαστικά πράγματα στη ζωή του, τα οποία απαιτούν πνευματικότητα, ψυχικό σθένος, αγώνα και κόπο. Οπότε δεν έχει χρόνο και δε θεωρεί σημαντικό να ασχοληθεί με την καλλιέργεια του λόγου του, ο οποίος γίνεται ολοένα πιο φτωχός και περιορισμένος. Εξάλλου, η διαφήμιση, ως κύριο μέσο προώθησης του καταναλωτισμού, κακοποιεί βάναυσα τη γλώσσα, προκειμένου να εντυπωσιάσει, να παραπλανήσει και να πετύχει το σκοπό της.
Αυτός ο τρόπος ζωής, επιπρόσθετα, συνδέεται άρρηκτα με τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής μας- την ανεργία, τη βία και εγκληματικότητα, τον ανταγωνισμό, την αστικοποίηση- που οδηγούν στην αύξηση του άγχους της ανασφάλειας και της ηθικής αλλοτρίωσης του ανθρώπου. Έτσι, το εσωτερικό του χάος και το ψυχικό – πνευματικό κενό αντικατοπτρίζονται στη γλώσσα, η οποία είναι ρηχή, επιφανειακή, άχρωμη. Μετατρέπεται σε μία γλώσσα που καλύπτει μόνο τις ανάγκες της άμεσης συνεννόησης και τις ανάγκες εκτόνωσης του άγχους, της πίεσης, των νεύρων και της κακότητας του ανθρώπου. Ειδικά στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις η ζωή είναι ασφυκτική. Η υπερσυσσώρευση ατόμων οδηγεί στην ανωνυμία και στην αλλοτρίωση, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να ζει απρόσωπα χωρίς τη δυνατότητα να επικοινωνήσει ουσιαστικά, συνεπώς να καλλιεργήσει και τη γλώσσα του. Η συμπεριφορά στην πόλη είναι περισσότερο αγελαία, οπότε παρασύρεται από το γλωσσικό συρμό και επιπλέον ο ατομικισμός, η έλλειψη ευαισθησίας, η εσωστρέφεια και η απομόνωση εμποδίζουν το διάλογο, άρα και την εμπέδωση της γλώσσας. Η γλώσσα δηλαδή υποβαθμίζεται, γιατί χρησιμοποιείται ελάχιστα και η γλωσσική έκφραση καταντά τυπική, αφυδατωμένη, ένας ήχος χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.
Το κύριο, βέβαια, χαρακτηριστικό του αιώνα μας είναι η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας και το έντονο τεχνοκρατούμενο κλίμα που δεν μπορεί να μην επηρεάζει τη γλώσσα. Η στείρα τεχνοκρατική αντίληψη της εποχής μας δίνει το προβάδισμα σε άλλου είδους προτεραιότητες και υποσκάπτει τα θεμέλια του ηθικοπνευματικού πολιτισμού, μέσα στον οποίο εντάσσεται και η γλώσσα μας ως πνευματικό προϊόν. Η στροφή στο βιομηχανοποιημένο τρόπο ζωής περιχαρακώνει το άτομο στα στενά πλαίσια του «ειδικού αντικειμένου», οπότε όσο περιορίζονται οι πνευματικοί ορίζοντες και υπάρχει μονομέρεια, τόσο περιορίζεται και η γλώσσα σε λίγες λέξεις, χάριν της εξειδίκευσης και προς συνεννόηση στο χώρο εργασίας. Εξάλλου, η τυποποίηση και ο αυτοματισμός έχουν συμβάλει στην υιοθέτηση της ευκολίας ως τρόπου και στάσης ζωής, οπότε αποφεύγουμε τη σκέψη και τον κόπο που απαιτεί η σωστή χρήση της γλώσσας και αρκούμαστε σ’ ένα καθημερινό, κωδικοποιημένο λόγο, σε λίγα ανολοκλήρωτα νοήματα. Δεν πρέπει να παραλειφθεί ότι η αλματώδης εξέλιξη της τεχνολογίας έχει οδηγήσει στην αύξηση των απαιτήσεων, την πολυπλοκότητα των ρόλων, την ταχύτητα των ρυθμών και την πολλαπλότητα των μηνυμάτων. Όλα αυτά περιορίζουν σημαντικότατα τον ελεύθερο χρόνο του ατόμου και, μέσα από την κόπωση που προκαλούν, ενισχύουν την αδιαφορία του για την γλωσσική παιδεία. Επίσης, θα προσθέταμε ότι η ραγδαία ανάπτυξη έχει οδηγήσει σε μια προοδοπληξία, σε μια άκριτη πορεία προς καθετί νέο, στην οποία ξεχνάμε συχνά το παρελθόν και την παράδοση. Αυτό το αντιπαραδοσιακό κλίμα αποστρέφει τον άνθρωπο από την εκμάθηση της γλώσσας ως μάταιης και ξεπερασμένης.
Σε συνδυασμό με τα παραπάνω θα πρέπει να μελετήσουμε την επίδραση των τεχνολογικών επιτευγμάτων στη ζωή μας τα οποία, αφού επηρεάζουν βαθύτατα τον άνθρωπο και τον πολιτισμό μας, επηρεάζουν και τη γλώσσα. Ο λόγος γίνεται κυρίως για την τηλεόραση και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές που έχουν επιβάλλει τον «παραπολιτισμό» της εικόνας. Η κυριαρχία της εικόνας έχει παραγκωνίσει αυτόματα τον προφορικό και γραπτό λόγο, αφού ο άνθρωπος μαθαίνει να αντιλαμβάνεται εύκολα τα μηνύματα με τις αισθήσεις του και όχι με τη συμβολή της κριτικής του σκέψης. Όσο όμως ναρκώνεται η σκέψη, ναρκώνεται και ο λόγος, και όσο ο άνθρωπος συνηθίζει τον εντυπωσιασμό των εικόνων, τόσο του φαίνεται μονότονος και ανιαρός ο λόγος. Κυρίως η τηλεόραση, που για πολλούς έχει γίνει τρόπος ζωής και ψυχαγωγίας, καθηλώνει το δέκτη, τον παθητικοποιεί, προωθεί καταναλωτικά πρότυπα ζωής, βομβαρδίζει με διαφημίσεις και προβάλλει μανιωδώς κυρίως την αγγλική γλώσσα. Όλα αυτά οδηγούν στην ξενομανία, στην αδιαφορία για τη γλώσσα, σε μια συνθηματική, τυποποιημένη και φτωχή έκφραση. Εξάλλου, δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η υπερβολική ενασχόληση με τα τεχνολογικά επιτεύγματα εμποδίζει την επικοινωνία και απομονώνει τους ανθρώπους, οπότε υπονομεύεται και η γλώσσα. Και τέλος να σημειώσουμε ότι σήμερα ο κατακερματισμένος λόγος των social και η αυτόματη παραγωγή κειμένου από την τεχνητή νοημοσύνη επιτείνουν την ίδια λογική: ο άνθρωπος καταναλώνει απλά λόγο χωρίς να τον παράγει, χωρίς να τον καταλαβαίνει, και έτσι αποσυνδέεται από τη γλώσσα του.
Τέλος, όσον αφορά στην τεχνολογική εξέλιξη, είναι αναγκαίο να θίξουμε την «πολιτιστική διείσδυση» των αναπτυγμένων χωρών σε λιγότερο «αναπτυγμένες» χώρες, όπως η Ελλάδα. Με τον όρο «πολιτιστικό ιμπεριαλισμό» εννοούμε την επεκτατική πολιτική που επιχειρείται από τις ισχυρές χώρες μέσω της διοχέτευσης και της επιβολής των αξιών, των προτύπων, του τρόπου σκέψης και της κουλτούρας τους στις άλλες χώρες. Η διοχέτευση αυτή διευκολύνεται λόγω της τεχνολογίας και μέσω αυτής. Αφενός, όταν μια χώρα εξάγει την τεχνολογία της εξάγει και μέρος του πολιτισμού της˙ αφετέρου, με τη μείωση των αποστάσεων, τη διαμόρφωση παγκόσμιας κοινής γνώμης, την κυριαρχία των μέσων ενημέρωσης με τους μηχανισμούς της παραπληροφόρησης και της προπαγάνδας, καταφέρνουν οι ισχυρές χώρες να κυριαρχήσουν και να «επιβάλουν» τον πολιτισμό τους, βασικό στοιχείο του οποίου είναι η γλώσσα. Έτσι, η γλώσσα των μικρότερων χωρών απειλείται και υποβαθμίζεται.
Κύρια άμυνα απέναντι σ’ αυτό το φαινόμενο και γενικότερα στην κρίση της γλώσσας και του πολιτισμού είναι η παιδεία. Γιατί η γλώσσα και η καλλιέργειά της είναι επίκτητο αγαθό˙ γι’ αυτό η αγωγή που λαμβάνει το άτομο διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο για την ουσιαστική εκμάθησή της. Βασικό αίτιο λοιπόν για την αλλοίωση της γλώσσας είναι η ελλιπής παιδεία και το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Ο άνθρωπος που δεν έχει καλλιεργήσει την κριτική του σκέψη, δεν έχει εμπλουτίσει τον ψυχικό του κόσμο και δεν έχει εδραιώσει μέσα του αξίες και αρετές, δεν διαθέτει έναν πλούσιο και καλλιεργημένο λόγο.
Την ευθύνη για την ελλιπή παιδεία έχει πρωτίστως η οικογένεια, που δε δίνει τη δέουσα σημασία και προσοχή στη γλωσσική αγωγή των παιδιών. Πολλές φορές οι γονείς αποτελούν αρνητικό πρότυπο ομιλίας και επικοινωνίας, ο διάλογος με τα παιδιά είναι ισχνός έως ανύπαρκτος και η προσπάθεια για ανάπτυξη κριτικής ικανότητας υποτυπώδης. Εκλείπουν συχνά μέσα στους κόλπους της οικογένειας η επαφή με το βιβλίο, τα εναύσματα για προβληματισμό, τα ερεθίσματα για γνώση, η καλλιέργεια ενδιαφερόντων και εμπειριών για την ανάπτυξη του πνεύματος και τον εμπλουτισμό του εσωτερικού κόσμου˙ οπότε και η γλώσσα δεν είναι δυνατόν να καλλιεργηθεί.
Μεγαλύτερη ευθύνη για το θέμα της γλωσσικής παιδείας έχει η επίσημη εκπαίδευση. Το ίδιο το μάθημα της γλώσσας διδάσκεται ανεπαρκώς, τυπικά και στεγνά, δίνοντας έμφαση στη στείρα εκμάθηση των μέσων -Γραμματική και Συντακτικό- κι όχι στον ίδιο το σκοπό, που είναι ο σεβασμός και η αγάπη για τη γλώσσα. Επιπλέον, διδάσκεται αποσπασματικά, αποκομμένα από την αρχαία που αποτελεί τη φυσική της μήτρα και τη λογοτεχνία που την εμπλουτίζει. Μ’ αυτό τον τρόπο χάνεται η ιστορική της συνέχεια, διακόπτεται η εξελικτική της πορεία, αποστεγνώνεται η γλώσσα και τα παιδιά προφέρουν και διαβάζουν τις λέξεις μηχανικά και αποστασιοποιημένα, χωρίς να κατανοούν τη σημασία τους. Το πρόβλημα ενισχύεται από τα κακογραμμένα σχολικά βιβλία, που αποτρέπουν τα παιδιά από το διάβασμα, αλλά κι από τους εκπαιδευτικούς που δεν έχουν την ικανότητα να εμπνεύσουν γλωσσικά τους νέους. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα ταλανίζεται από τη στείρα αποστήθιση γνώσεων και τη βαθμοθηρία με σκοπό την επιτυχία σε εξετάσεις, τα οποία εμποδίζουν την ελεύθερη έκφραση σκέψης, την ουσιαστική μελέτη και την εμβάθυνση, καθώς και τη συνολική καλλιέργεια της προσωπικότητας του μαθητή, που οδηγούν σε μια πλούσια και σωστή γλώσσα.
Εκτός από την εκπαίδευση, ο άλλος «δάσκαλος» που καθημερινά «καθοδηγεί» είναι τα Μ.Μ.Ε., τα οποία συντελούν καθοριστικά στη γλωσσική διαστροφή κι αποχαλίνωση. Καταρχήν, οι δημοσιογράφοι και οι παρουσιαστές, ενώ θα έπρεπε να αποτελούν πρότυπα γλωσσικής καλλιέργειας, κακοποιούν τη γλώσσα με την ασυδοσία τους, την ασυνταξία τους, τις ακυριολεξίες, τις περιττολογίες, τους πλατειασμούς, τις ξένες λέξεις, την κωδικοποίησή τους. Επιπλέον, η γλωσσική ένδεια κάθε λογής σχολιαστών και «πανελιστών», η θήρευση της εντυπωσιακής έκφρασης, η υπερβολή και η κενολογία, ακόμα και οι ανορθόγραφοι και λανθασμένοι τίτλοι, έχουν ως συνέπεια την υποβάθμιση και κακοποίηση της γλώσσας. Επιπρόσθετα, οι διαφημίσεις και οι κάθε λογής προπαγάνδες που επιχειρούνται από τα Μ.Μ.Ε αλλοιώνουν εγκληματικά τα νοήματα των λέξεων, «σκοτώνουν» τις λέξεις, όπως έλεγε ο ποιητής, προκειμένου να μετατρέψουν το δέκτη σε άβουλο και αποχαυνωμένο υπήκοο. Γενικά, θα λέγαμε ότι τα Μ.Μ.Ε, με την παραπληροφόρηση και το χαμηλό επίπεδο εκπομπών, μειώνουν το πνευματικό επίπεδο των πολιτών και άρα βλάπτουν και τη γλώσσα τους.
Τα αρνητικά γλωσσικά πρότυπα αναπαράγονται και από την πολιτική ηγεσία, που συχνά χρησιμοποιεί μια «ξύλινη» και κομματική γλώσσα, προωθεί τη συνθηματολογία για ψηφοθηρικούς λόγους, ενισχύοντας μια λαϊκίστικη πολιτική, προκειμένου να κολακέψει το λαό ότι μιλά τη γλώσσα του. Από την άλλη το κράτος έχει ευθύνη για την αποκοπή του έθνους από την παράδοσή του και την ιστορία του, για τη μη προώθηση του βιβλίου, των τεχνών και των επιστημών, για τις ανεπάρκειες του εκπαιδευτικού συστήματος, για την αδιαφορία απέναντι στην ανάπτυξη του πνευματικού πολιτισμού.
Επιπλέον, οι πνευματικοί άνθρωποι, ενώ είναι πρωτοπόροι του πνεύματος, σε αρκετές περιπτώσεις με τη δυσνόητη και γριφώδη γλώσσα που χρησιμοποιούν όχι μόνο δεν έλκουν τους ανθρώπους, αλλά αντίθετα τους απωθούν, τους απομακρύνουν από το διάβασμα και δυσκολεύουν την επαφή τους με κάθε είδους πνευματική δημιουργία. Συχνά μάλιστα οι πνευματικοί άνθρωποι απομονώνονται, συντηρώντας μια ελιτίστικη αντίληψη, χωρίς να συνειδητοποιούν την κοινωνική τους αποστολή για τη προάσπιση των αξιών, τη διαφύλαξη της γλώσσας και την καλλιέργειά της.
Τέλος, υπεύθυνος για την ελλιπή παιδεία του και για την κακή γνώση και χρήση της γλώσσας είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, που δε συνειδητοποιεί τη σημασία της γλώσσας στην ποιότητα της αντίληψης, της επικοινωνίας, της ζωής του, δε φροντίζει για την καλλιέργειά του, δεν οξύνει την κρίση του, δεν επιλέγει δημιουργικούς τρόπους ψυχαγωγίας, παρά αφήνεται σε κάθε λογής ευκολίες και παρασύρεται από τα αποπροσανατολιστικά μηνύματα της εποχής.
Θα άξιζε, βέβαια, να αναφέρουμε ότι το πρόβλημα της γλώσσας είναι εντονότερο στους κόλπους της νεολαίας, γιατί οι νέοι, στην προσπάθειά τους να αντιταχθούν στο κατεστημένο, αμφισβητούν την παράδοση και ό,τι έρχεται μέσα από το παρελθόν κι αναπτύσσουν έντονο νεωτεριστικό πνεύμα, χάνοντας πολλές φορές το μέτρο και την ισορροπία. Επιπλέον, οι νέοι ρέπουν πιο εύκολα στο μιμητισμό, είναι ευεπηρέαστοι κι εύπλαστοι, οπότε επηρεάζονται από τα αρνητικά γλωσσικά πρότυπα και τη μόδα. Επειδή θέλουν να ξεχωρίζουν και κυρίως να διαφέρουν από τους μεγάλους ακολουθούν δικούς τους γλωσσικούς δρόμους και δικό τους γλωσσικό κώδικα. Τέλος, είναι τα πρώτα και άμεσα θύματα μιας ανοηματικής κοινωνίας και της κρίσης των φορέων αγωγής και παιδείας.
Περίληψη αιτιών
Κοινωνία και προβλήματα: Η υλιστική και καταναλωτική δομή της κοινωνίας, με υπέρτατη αξία το χρήμα, έχει οδηγήσει σε πνευματική φτώχεια, σύγχυση και αλλοτρίωση, που αντανακλώνται άμεσα στον τρόπο έκφρασης. Ο άνθρωπος, κυνηγώντας την υλική άνεση, δεν έχει χρόνο ούτε διάθεση για την καλλιέργεια του λόγου του, ενώ τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα εκμεταλλεύονται μια εξασθενημένη γλώσσα για να χειραγωγούν και να μαζοποιούν. Τα κοινωνικά προβλήματα — ανεργία, βία, ρατσισμός, αστικοποίηση — τροφοδοτούν το άγχος και το ψυχικό κενό, τον ανταγωνισμό και την απομόνωση που με τη σειρά τους υποβαθμίζουν τη γλώσσα σε μέσο εκτόνωσης και ρηχής συνεννόησης, άχρωμο και αφυδατωμένο.
Τεχνολογία: Η ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη και το τεχνοκρατούμενο κλίμα της εποχής μας αποτελούν βασικό αίτιο της γλωσσικής κρίσης. Η κυριαρχία της εικόνας, η τυποποίηση και ο αυτοματισμός έχουν καλλιεργήσει τη νοοτροπία της ευκολίας, περιορίζοντας τον λόγο σε ελάχιστα ανολοκλήρωτα νοήματα. Τα Μ.Μ.Ε. και η τηλεόραση παθητικοποιούν τον δέκτη, τον αποπροσανατολίζουν, μειώνουν το επίπεδό του, τον αποξενώνουν και προωθούν την ξενομανία, εκφυλίζοντας έτσι και τη γλώσσα του. Εξάλλου, ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός των ισχυρών χωρών μέσα από την ανάπτυξη των τεχνικών μέσων, απειλεί τη γλώσσα των μικρότερων λαών λόγω της επιβολής προτύπων, αξιών και κουλτούρας. Σήμερα μάλιστα, με τα social media και την παραγωγή λόγου από την τεχνητή νοημοσύνη, ο άνθρωπος καταναλώνει λόγο χωρίς να τον παράγει, επιτείνοντας την ίδια λογική αποδυνάμωσης της γλωσσικής έκφρασης.
Έλλειψη παιδείας: Θεμελιώδες αίτιο της γλωσσικής κρίσης είναι η ελλιπής παιδεία σε όλα τα επίπεδα. Η οικογένεια αδυνατεί συχνά να αποτελέσει πρότυπο γλωσσικής καλλιέργειας, ενώ το εκπαιδευτικό σύστημα διδάσκει τη γλώσσα τυπικά και αποσπασματικά, δίνοντας έμφαση στη στείρα αποστήθιση αντί στην ουσιαστική σκέψη και έκφραση. Τα Μ.Μ.Ε., η πολιτική ηγεσία και οι πνευματικοί άνθρωποι, αντί να αποτελούν πρότυπα λόγου, κακοποιούν ή υποβαθμίζουν τη γλώσσα με την ασυδοσία, την κενολογία και την ελιτίστικη απομόνωσή τους. Τελικά, ο ίδιος ο άνθρωπος, παρασυρόμενος από τα αποπροσανατολιστικά μηνύματα της εποχής, αδιαφορεί για την παιδεία, την καλλιέργειά του και την καλλιέργεια της γλωσσικής συνείδησης.
Κρίση γλώσσας και νέοι
Σε ορισμένα θέματα υποστηρίζεται η άποψη ότι οι νέοι χρησιμοποιούν τη γλώσσα με υποβαθμισμένο τρόπο, κακοποιώντας τη μέσω της αργκό, των ξένων λέξεων, των υβριστικών εκφράσεων και των greeklish. Όταν ζητούνται οι αιτίες αυτού του φαινομένου, επιλέγουμε στοιχεία από τα κοινωνικά αίτια (επίδραση της τεχνολογίας, ελλείψεις στην παιδεία και στο σχολείο), καθώς και από την ίδια τη φύση της νεανικής ηλικίας.1
Υπάρχουν, όμως, και θέματα που ζητούν να δικαιολογήσουμε τη γλωσσική συμπεριφορά των νέων και να ανασκευάσουμε τις κατηγορίες εναντίον τους. Σε μια τέτοια περίπτωση, τα επιχειρήματα υπέρ των νέων είναι τα εξής:
Η φύση της νεότητας: Οι νέοι χαρακτηρίζονται από την τάση για αμφισβήτηση και την ανάγκη να διαμορφώσουν έναν δικό τους, κοινό κώδικα επικοινωνίας, ο οποίος τους διαφοροποιεί από τον κόσμο των ενηλίκων και ενισχύει τη συλλογική τους ταυτότητα.
Δημιουργικότητα: Η νεανική γλώσσα δεν είναι απαραίτητα φτωχή· συχνά είναι εξαιρετικά ευρηματική και δημιουργική, με αποτέλεσμα να τροφοδοτεί και να εμπλουτίζει την κοινή νεοελληνική με νέους εκφραστικούς τρόπους.
Ανάγκη για ταχύτητα και συναισθηματική εκτόνωση: Ο σύγχρονος τρόπος ζωής και η άμεση ψηφιακή επικοινωνία (μηνύματα, μέσα κοινωνικής δικτύωσης) απαιτούν ταχύτητα και αμεσότητα. Η νεανική αργκό, με τη χρήση συντομογραφιών ή εικονοσυμβόλων, εξυπηρετεί την ανάγκη για γρήγορη μετάδοση πληροφοριών, ενώ παράλληλα λειτουργεί ως κανάλι αυθορμητισμού, χιούμορ και συναισθηματικής εκτόνωσης, στοιχεία που συχνά λείπουν από τον τυποποιημένο λόγο των ενηλίκων.
Περιστασιακή χρήση (Εναλλαγή κώδικα): Οι νέοι χρησιμοποιούν αυτή την ιδιότυπη γλώσσα κυρίως στο πλαίσιο της παρέας, επειδή αποτελεί μόδα, μέσο κοινωνικής αποδοχής και ένταξης στην ομάδα. Σε επίσημα ή διαφορετικά περιβάλλοντα, αποδεικνύουν ότι μπορούν να προσαρμόζουν τον λόγο τους ανάλογα με την περίσταση επικοινωνίας.
Παροδικότητα του φαινομένου: Αυτός ο γλωσσικός κώδικας έχει ηλικιακό και προσωρινό χαρακτήρα. Όσο οι νέοι ωριμάζουν, σπουδάζουν και εντάσσονται στην αγορά εργασίας, οι αυξημένες απαιτήσεις τούς οδηγούν στην υιοθέτηση ενός πιο συγκροτημένου και ώριμου λόγου.
Τεχνολογική και παγκόσμια πραγματικότητα: Η χρήση ξένων λέξεων και greeklish αποτελεί απόρροια της ψηφιακής τεχνολογίας, της γλώσσας των υπολογιστών και της παγκοσμιοποίησης. Οι νέοι απλώς αξιοποιούν τη διεθνή ορολογία στα αντίστοιχα ψηφιακά περιβάλλοντα.
Μετατόπιση ευθύνης σε κοινωνικά αίτια: Η ευρύτερη κρίση της γλώσσας (εκφραστική φτώχεια, προχειρότητα) είναι κυρίως αποτέλεσμα κοινωνικών δυσλειτουργιών και της γενικότερης πτώσης του πνευματικού επιπέδου, και όχι της αποκλειστικής χρήσης που κάνουν οι νέοι.
Έλλειψη προτύπων από τους ενήλικες: Αντί οι μεγαλύτεροι να επικρίνουν ισοπεδωτικά τους νέους, οφείλουν να αποτελούν οι ίδιοι θετικό γλωσσικό πρότυπο και να μεριμνούν για την παροχή ουσιαστικής και προσεγμένης ανθρωπιστικής παιδείας.
Ιστορική ανθεκτικότητα της γλώσσας: Ο ελληνικός πολιτισμός έχει βαθιές ρίζες και η ελληνική γλώσσα μια μακραίωνη ιστορία με τεράστια αφομοιωτική δύναμη. Δεν κινδυνεύει να αλλοιωθεί από έναν εφήμερο νεανικό κώδικα ή από παροδικές μόδες.
Περίληψη
Η εσωτερική ανάγκη των νέων για διαφοροποίηση, έκφραση και επικοινωνία
Αρχικά, η γλωσσική συμπεριφορά των νέων πηγάζει από την ίδια τη φύση της νεανικής ηλικίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την έντονη τάση για αμφισβήτηση του κατεστημένου και την ανάγκη διαμόρφωσης μιας ξεχωριστής συλλογικής ταυτότητας. Στο πλαίσιο αυτό, η νεανική αργκό δεν αποτελεί δείγμα γλωσσικής φτώχειας, αλλά ένα πεδίο αυθεντικής δημιουργικότητας και ευρηματικότητας που συχνά εμπλουτίζει την κοινή νεοελληνική με φρέσκους εκφραστικούς τρόπους. Παράλληλα, ο σύγχρονος, γρήγορος ρυθμός ζωής και η κυριαρχία της ψηφιακής επικοινωνίας επιβάλλουν την ταχύτητα και την αμεσότητα, τις οποίες οι έφηβοι εξυπηρετούν μέσω συντομογραφιών και εικονοσυμβόλων, βρίσκοντας ταυτόχρονα μια διέξοδο για αυθορμητισμό, χιούμορ και συναισθηματική εκτόνωση. Είναι, μάλιστα, αξιοσημείωτο ότι αυτή η γλωσσική πρακτική έχει καθαρά περιστασιακό χαρακτήρα. Οι νέοι προβαίνουν σε εναλλαγή κώδικα, χρησιμοποιώντας αυτό το ιδίωμα κυρίως μέσα στην παρέα τους ως μέσο κοινωνικής αποδοχής, ενώ σε επίσημα περιβάλλοντα αποδεικνύουν ότι μπορούν να προσαρμόζουν τον λόγο τους. Συνεπώς, το φαινόμενο είναι παροδικό, καθώς η σταδιακή ωρίμανση και η ένταξή τους στην αγορά εργασίας τούς οδηγούν νομοτελειακά στην υιοθέτηση ενός πιο συγκροτημένου λόγου.
Η επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος και η ιστορική ανθεκτικότητα της γλώσσας
Πέρα, όμως, από τα εγγενή χαρακτηριστικά της νεότητας, η γλωσσική αυτή στάση διαμορφώνεται και από την εξωτερική τεχνολογική και παγκόσμια πραγματικότητα. Η χρήση ξένων όρων ή των greeklish αποτελεί φυσική απόρροια της παγκοσμιοποίησης και της ψηφιακής τεχνολογίας, με τους νέους απλώς να αξιοποιούν τη διεθνή ορολογία στο φυσικό τους περιβάλλον. Ως εκ τούτου, η ευρύτερη κρίση της γλώσσας και η εκφραστική προχειρότητα δεν πρέπει να χρεώνονται αποκλειστικά σε αυτούς, αλλά να μετατοπίζονται στις γενικότερες κοινωνικές δυσλειτουργίες και στην πτώση του πνευματικού επιπέδου της εποχής μας. Σε αυτή την κατεύθυνση, η ευθύνη βαραίνει και τον κόσμο των ενηλίκων, οι οποίοι, αντί να ασκούν ισοπεδωτική κριτική, οφείλουν να αποτελούν οι ίδιοι θετικό γλωσσικό πρότυπο και να μεριμνούν για μια ουσιαστική ανθρωπιστική παιδεία. Σε κάθε περίπτωση, δεν συντρέχει λόγος κινδυνολογίας· η ελληνική γλώσσα, με τη μακραίωνη ιστορία και τη βαθιά αφομοιωτική της δύναμη, έχει αποδείξει την ιστορική της ανθεκτικότητα και δεν απειλείται από εφήμερους κώδικες και παροδικές νεανικές μόδες.
Λύσεις – Προτάσεις
- Άτομο
Η αντιμετώπιση της γλωσσικής κρίσης προϋποθέτει πρωτίστως την προσωπική συνειδητοποίηση και ευαισθητοποίηση του κάθε ατόμου, αφού καμία αλλαγή δεν είναι εφικτή χωρίς την ατομική βούληση και δέσμευση. Ο άνθρωπος οφείλει να καλλιεργεί την κριτική του σκέψη, να αναπτύσσει το πνεύμα του, να ασκεί αυτοκριτική και να έρχεται σε ουσιαστική επαφή με το βιβλίο και κάθε μορφή πνευματικής δημιουργίας. Παράλληλα, η καλλιέργεια γνήσιων διαπροσωπικών σχέσεων και ουσιαστικού διαλόγου αποτελεί από μόνη της πράξη γλωσσικής άσκησης, αφού μέσα από την επικοινωνία ο λόγος δοκιμάζεται, εμπλουτίζεται και ωριμάζει. Σημαντική είναι επίσης η συμμετοχή σε εκδηλώσεις για τη γλώσσα και η ανάληψη πρωτοβουλιών για την ανάδειξη του γλωσσικού προβλήματος. Βαθύτερα όμως, αυτό που απαιτείται είναι μια ριζική ιεράρχηση των αναγκών μας και ένας επαναπροσδιορισμός των αξιών μας· να κατανοήσουμε τον πραγματικό προορισμό και την ουσία της ζωής, απαλλαγμένοι από τη λογική της ευκολίας και της επιφανειακότητας που χαρακτηρίζει την εποχή μας.
- Παιδεία – Φορείς
Οικογένεια: Καθοριστικός φορέας γλωσσικής αγωγής είναι η οικογένεια, η οποία διαμορφώνει τις πρώτες και πιο ανεξίτηλες γλωσσικές συνήθειες του παιδιού. Οι γονείς οφείλουν να αποτελούν πρότυπο ορθής γλωσσικής συγκρότησης, αφού το παιδί μιμείται και αφομοιώνει πριν ακόμα διδαχθεί. Η ουσιαστική επικοινωνία και ο γόνιμος διάλογος μέσα στην οικογένεια δεν είναι απλώς παιδαγωγική πρακτική· είναι η πρώτη σχολή λόγου για τον νέο άνθρωπο. Επιπλέον, η οικογένεια οφείλει να αναπτύξει πολύπλευρα ενδιαφέροντα στο παιδί και να το στρέψει σε δημιουργικές ενασχολήσεις, φέρνοντάς το σε επαφή με τα γράμματα, το βιβλίο και την τέχνη από μικρή ηλικία. Βαθύτερος στόχος είναι η ανάπτυξη της κριτικής του ικανότητας, η εμφύσηση αξιών, η συναισθηματική πληρότητα και ισορροπία και η διαμόρφωση υγιούς προσωπικότητας· γιατί ένας εσωτερικά ολοκληρωμένος άνθρωπος έχει και τη βούληση και τα εφόδια να καλλιεργήσει τον λόγο του.
Εκπαίδευση: Είναι απαραίτητη μία ανθρωποκεντρική παιδεία, στηριγμένη στη συγκρότηση υπεύθυνων πολιτών και ολοκληρωμένων ανθρώπων. Χρειάζεται μετάδοση ουσιαστικής γνώσης, βασισμένη στο διάλογο, τη μελέτη, τις εργασίες, τη γόνιμη αμφιβολία και την ουσιαστική ανάλυση. Αναγκαία είναι η γραφή ευανάγνωστων καλογραμμένων σχολικών βιβλίων, η επαφή και προώθηση του βιβλίου γενικά, μέσα από την ίδρυση βιβλιοθηκών και την επαφή με βιβλιογραφίες. Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα βοηθούσε καίρια η προώθηση της σωστής γλώσσας μέσα από όλους τους καθηγητές, αφού αυτή είναι βασικό όργανο κάθε επιστήμης και της ουσιαστικής μετάδοσης της γνώσης. Η καλή γνώση των αρχαίων ελληνικών, η τόνωση της εθνικής μας ταυτότητας, που κύριο χαρακτηριστικό της είναι η γλώσσα, η δημιουργική ενασχόληση με τη λογοτεχνία, καθώς και η αλλαγή της διδασκαλίας του μαθήματος της γλώσσας, είναι καθοριστικής σημασίας, ώστε τα παιδιά να την αγαπήσουν, να καταλάβουν την αξία της και να τους εξυπηρετεί σε όλους τους τομείς της ζωής τους. Πιο συγκεκριμένα, το σχολείο μπορεί να οργανώσει ρητορικούς αγώνες για την καλλιέργεια της γλώσσας, να προβάλλει ταινίες και να φέρει τους μαθητές σε επαφή με θεάματα, μουσεία και εκθέσεις που θα ακολουθεί διάλογος, να προσκαλεί πνευματικούς ανθρώπους που θα μιλούν, ώστε να καλλιεργείται σωστό πρότυπο ομιλίας, να γίνεται αφιέρωμα στο έργο σημαντικών ανθρώπων, επιστημόνων και καλλιτεχνών, ώστε να έρχονται σε επαφή οι μαθητές με το συγκροτημένο βαθύ τρόπο σκέψης τους και το λόγο τους.
Μ.Μ.Ε.: Ουσιαστική συμβολή στην αντιμετώπιση της γλωσσικής κρίσης μπορούν να έχουν και τα Μ.Μ.Ε., εφόσον συνειδητοποιήσουν το ρόλο και την ευθύνη τους. Οι δημοσιογράφοι, οι παρουσιαστές και όσοι προβάλλονται μέσα από αυτά οφείλουν να αντιληφθούν ότι απευθύνονται καθημερινά σε εκατομμύρια πολίτες και ότι ο λόγος τους διαμορφώνει γλωσσικές συνήθειες και πρότυπα. Η ανάληψη αυτής της ευθύνης προϋποθέτει αυτοέλεγχο, γλωσσική επιμέλεια και σεβασμό στη δύναμη του λόγου. Παράλληλα, είναι αναγκαίος ο έλεγχος από αρμόδιους φορείς για τη γλώσσα που χρησιμοποιούν τα μέσα, χωρίς αυτό να σημαίνει περιορισμό της ελευθερίας του Τύπου, αλλά διασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου γλωσσικής ποιότητας. Επιπλέον, τα Μ.Μ.Ε. μπορούν να συμβάλουν θετικά μέσα από τη σωστή και έγκυρη πληροφόρηση, την προβολή σωστών προτύπων έκφρασης και την ποιοτική αναβάθμιση των προγραμμάτων τους, δίνοντας χώρο στον ουσιαστικό διάλογο, στην επιστήμη και στον πολιτισμό.
Κράτος: Το κράτος φέρει βαρύνουσα ευθύνη για την προστασία και καλλιέργεια της γλώσσας, αφού διαθέτει τους μηχανισμούς και τους πόρους για συστηματική και μακροπρόθεσμη παρέμβαση. Προϋπόθεση για όλα είναι μια υγιής δημοκρατία που σέβεται τον πολίτη, δεν τον χειραγωγεί και δεν τον αποπροσανατολίζει, αλλά διασφαλίζει και προασπίζει την πνευματική του ελευθερία, η οποία στηρίζεται στη γλώσσα. Σε πρακτικό επίπεδο, απαιτούνται ουσιαστικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που θα εκσυγχρονίσουν τη διδασκαλία της γλώσσας και θα την αποδεσμεύσουν από τη στείρα αποστήθιση. Παράλληλα, το κράτος οφείλει να προωθεί τη γνήσια τέχνη και να επενδύει στην ανάπτυξη του πνευματικού πολιτισμού, χρηματοδοτώντας βιβλιοθήκες, πολιτιστικές εκδηλώσεις, θεατρικές παραγωγές και κάθε μορφή δημιουργίας που καλλιεργεί τον λόγο. Γιατί μια κοινωνία που επενδύει στον πολιτισμό της επενδύει στη γλώσσα της και, κατ’ επέκταση, στην ελευθερία και την αξιοπρέπειά της.
Πνευματικοί άνθρωποι: Ιδιαίτερη ευθύνη για την αντιμετώπιση της γλωσσικής κρίσης φέρουν οι πνευματικοί άνθρωποι, οι οποίοι οφείλουν να εγκαταλείψουν κάθε ελιτίστικη αντίληψη και να αναλάβουν ενεργό διαφωτιστικό ρόλο. Η αποστολή τους δεν εξαντλείται στη δημιουργία· περιλαμβάνει και την ευαισθητοποίηση των πολιτών για τη σπουδαιότητα της γλώσσας μέσα από διαλέξεις, παρεμβάσεις και δημόσιες επισημάνσεις των γλωσσικών σφαλμάτων. Ο πνευματικός άνθρωπος που μιλά απλά, καθαρά και ουσιαστικά αποδεικνύει με την ίδια του την παρουσία ότι ο καλλιεργημένος λόγος δεν είναι προνόμιο λίγων, αλλά εφόδιο όλων. Χρειάζεται επίσης συνεχής αγώνας για τη βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος και ανελλιπής προσπάθεια ευαισθητοποίησης τόσο των πολιτών όσο και της εξουσίας, ώστε η γλώσσα να αντιμετωπιστεί ως κοινό αγαθό που χρήζει συλλογικής προστασίας.
Το γλωσσικό πρόβλημα είναι και προσωπικό μας θέμα. Αν εμείς επιδιώκουμε την αυτομόρφωσή μας, έχουμε επαφή με την κληρονομιά και τις ρίζες μας και σεβόμαστε τον πολιτισμό μας ως Έλληνες, δεν υπάρχει φόβος διάβρωσης της γλώσσας. Όσο εμείς φροντίζουμε για τον εσωτερικό μας πλούτο και την καλλιέργειά μας, τόσο η γλώσσα μας θα πλουτίζεται και θα είναι ο δείκτης της ελευθερίας και του πολιτισμού μας. Είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσουμε ότι η διαφύλαξη και καλλιέργειά της είναι το μέσο προσωπικής ευημερίας και αντίστασης σε κάθε εξωτερική απειλή, για να εξασφαλίσουμε πορεία επιβίωσης και εξέλιξης τόσο σε προσωπικό επίπεδο μέσα στην κοινωνία όσο και σε εθνικό επίπεδο στον παγκόσμιο στίβο.
Αποφθέγματα- Απόψεις
«Μήγαρις έχω τίποτε άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;» Δ. Σολωμός
«Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο». Γ. Ψυχάρης
«Γλώσσα, νικήτρα του θανάτου». Κ. Παλαμάς
«Για να μπορέσει κάποιος να αποδώσει υψηλά νοήματα χρειάζεται τις κατάλληλες λέξεις». Αισχύλος
«Όποιος δεν μπορεί να ελέγξει τη γλώσσα του δυστυχεί». Αισχύλος
«Τα σημαντικά πράγματα λέγονται με λίγα λόγια». Ευριπίδης
«Μόνο ο άνθρωπος απ’ όλα τα ζώα, διαθέτει έναρθρο λόγο. Και η μεν φωνή είναι σημάδι λύπης και ευχαρίστησης, γι’ αυτό υπάρχει και στα άλλα ζώα, ο έναρθρος λόγος όμως υπάρχει για να δηλώνει το συμφέρον και το βλαβερό, όπως επίσης το δίκαιο και το άδικο». Αριστοτέλης «Ο τρόπος που ζούμε καθρεφτίζεται στη γλώσσα». Λούντβιχ Βιτγκενστάιν
«Η φιλοσοφία είναι μάχη ενάντια στο γήτεμα του μυαλού μας από τη γλώσσα». Βιτγκενστάιν
«Η γλώσσα είναι δηλητήριο που χρησιμοποιείται για να μας σύρει, να μας παρασύρει και να μας μαγέψει. Μπορεί όμως και να μας γιατρέψει όταν μιλάμε αληθινά» Βιτγκενστάιν
«Σκέψου πριν μιλήσεις. Η γλώσσα πολλών τρέχει γρηγορότερα από τη σκέψη». Θαλής
«Μόλις έχει επιτραπεί σε μια λέξη να δραπετεύσει,δεν μπορεί να ανακαλεστεί» Οράτιος
«Μόνο σε δύο περιπτώσεις θα πρέπει να μιλάς. Όταν γνωρίζεις πολύ καλά για τι πράγμα πρόκειται να μιλήσεις και όταν πρέπει να μιλήσεις». Ισοκράτης
«Ο λόγος είναι ασήμι και η σιωπή είναι χρυσός». Πυθαγόρας
«Μετάνιωσα πολλές φορές που μίλησα αλλά ποτέ επειδή παρέμεινα σιωπηλός». Σωκράτης
«Η σιωπή ταιριάζει στους έξυπνους ανθρώπους. Στους σοφούς ακόμα περισσότερο». Ταλμούδ
«Η ικανότητα ομιλίας είναι το αποτέλεσμα μιας ώριμης νοητικής κατάστασης και της αλληλεπίδρασης δύο παραγόντων: των έμφυτων ιδιοτήτων του νου και του περιβάλλοντος». Νόαμ Τσόμσκυ
«Η γλώσσα που σήμερα χρησιμοποιείται από την πολιτική και τα ΜΜΕ, φθίνει, κατρακυλάει στο ψεύδος, στη μισή αλήθεια, στη φθορά, στην ανυποληψία. Τόσο πολλές λέξεις που δε σημαίνουν τίποτα απολύτως. Μιλάμε για Θεό, Καλό, Ηθική, Δημοκρατία και το μόνο που κάνουν είναι να καταστρέφουν, να βομβαρδίζουν, να σκοτώνουν». Χάρολντ Πίντερ
«Τα σύνορα της πατρίδας δεν είναι καταρχήν γεωγραφικά. Τα σύνορα είναι στη γλώσσα, στην παιδεία, στην πνευματική αυτοσυνειδησία του Έλληνα. Αν ρημαχτούν αυτές οι αντιστάσεις, αν αυτές παραδοθούν στη στασιμότητα, στη νέκρα, αν τις πιστέψουμε αδιέξοδα προβληματικές, τότε η απώλεια εδαφών και υφαλοκρηπίδων είναι μάλλον δευτερεύον σύμπτωμα». Χρήστος Γιανναράς
«Η γλώσσα είναι όργανο σχέσης, έκφραση κοινωνίας. Μια κοινωνία που δεν κοινωνεί, που δεν έχει συλλογικούς στόχους, κοινά οράματα, ποια γλώσσα να μιλήσει; Περιορίζεται σε ένα στοιχειώδη κώδικα συνεννόησης και το υπόλοιπο της γλωσσικής έκφρασης εμπορευματοποιείται: γίνεται διαφήμιση, επαγγελματικό ιδίωμα, κομματική συνθηματολογία, λογοτεχνικό φτιασίδι, ιδεολογικός κομπασμός». Χρήστος Γιανναράς
«…Πηγαίνετε στα Λύκεια, τα παιδιά δεν κατανοούν πια ούτε τον Παπαδιαμάντη και με δυσκολία παρακολουθούν κείμενο του Μακρυγιάννη ή του Κοσμά του Αιτωλού. Κι όμως τη γλώσσα του πατρο- Κοσμά την καταλάβαιναν οι αναλφάβητοι Έλληνες της τουρκοκρατίας. Μέσα σε μια γενιά, τη γενιά των παιδιών μας, διακόπτεται η γλωσσική συνέχεια τριών χιλιάδων χρόνων». Χρήστος Γιανναράς
«Η γλώσσα έχει πάψει να αναλύει, να ερμηνεύει, να υπηρετεί το διάλογο. Διαστρέφεται σε κώδικα επίθεσης και άμυνας, γυμνώνεται από κάθε νοηματικό πλούτο, μπλέκεται σε αμήχανες επαναλήψεις, για να καταλήξει συχνά στον κρετινισμό της βωμολοχίας που παρεμβάλλεται σε κάθε δεύτερη λέξη στο λεξιλόγιο της νεολαίας». Χρήστος Γιανναράς
«…Έχουμε την πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου. Πλούτη της δεν είναι μόνο οι 500.000 λέξεις της (οι άλλες έχουν 5.000- 50.0000) αρχαίες, μεσαιωνικές, νεότερες, σύγχρονες αλλά η υπέροχη πλαστικότητα και η απέραντη πολυτυπία της. Μ’ αυτή κατάφερε και καταφέρνει να αποδώσει και το πιο λεπτό φιλοσοφικό νόημα, το πιο βαθύ συναίσθημα και το πιο ψηλό και πλατύ επικό μεγαλείο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πλείστες από τις πιο σημαντικές λέξεις στον κόσμο και μάλιστα στην επιστήμη, την τέχνη, τον πολιτισμό είναι ελληνικής προέλευσης». Γιάννης Παυλάκης
«Αν η ελληνική γλώσσα απέσυρε τα δάνεια, πολλές γλώσσες του κόσμου θα είχαν χρεοκοπήσει». Αχ. Λαζάρου
«…Ενώ όμως η γλώσσα είναι κάτι τόσο προσωπικό, είναι συγχρόνως και εθνικό. Κάθε λαός έχει τη γλώσσα που του αξίζει. Στη γλώσσα, όπως και στα τραγούδια του, εναποθηκεύεται ο πολιτισμός του. Η γλώσσα είναι γι’ αυτό ο πιο αδιάψευστος μάρτυρας της ιστορικής του συνείδησης και της ιστορικής του συνέχειας. Το σημαντικότερο πιστοποιητικό ότι είμαστε ένας Γένος αδιάσπαστο στη συνέχειά του, από τον Όμηρο ως σήμερα, είναι ακριβώς αυτή η ενότητα της γλώσσας, πιστοποιητικό που ανατρέπει εκατό αισθησιοκρατικές αιματολογίες τύπου Φαλμεράγιερ». Κώστας Τσάτσος
«…Είναι ενιαίος ο Ελληνισμός και ενιαία και η γλώσσα. Στον Όμηρο τα 60% των λέξεων είναι τα ίδια με τις λέξεις που έχει σήμερα ο λαός στο στόμα του. Αυτό είναι ένα εκπληκτικό γεγονός. Και δηλώνει τη συντηρητικότητα της ελληνικής γλώσσας. Ο σύγχρονος Γερμανός δεν μπορεί να διαβάσει τα κείμενα της γλώσσας του, όπως αυτά ήταν προ 500 ετών. Το ίδιο ισχύει και για τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς. Ενώ εμείς μπορούμε. Και ο απλούστερος Έλληνας από άποψη μόρφωσης συγκινείται από τους χαιρετισμούς της Παναγίας που ακούει. Αυτό έχει μεγάλη σημασία». Ι. Θεοδωρακόπουλος
«…Αν επικρατήσει η γνώμη ότι τα Νέα Ελληνικά πρέπει να χωριστούν από τα Αρχαία, κινδυνεύουμε να πτωχεύσουμε. Αλλά δεν είναι νοητό ένας λαός που έχει πίσω του τόση ιστορία να κηρύξει μόνος του τη γλωσσική του πτώχευση. Έχει χρέος προς την ιστορία. Είναι δικό μας το χρέος. Μας έχει χρεώσει η ιστορία και η ζωή και πρέπει να εκπληρώσουμε αυτό το χρέος». Ι. Θεοδωρακόπουλος
«…Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως κάθε ξένη λέξη είναι κι ένα ξένο σώμα στη γλώσσα μας και πως ο γλωσσικός ιμπεριαλισμός μέρος του πολιτιστικού, τεχνολογικού και οικονομικού ιμπεριαλισμού των μεγάλων χωρών, υπονομεύει ύπουλα τη γλώσσα μας. Φυσικά τα ισχυρά κράτη δεν ανταλλάσσουν λέξεις». Ι. Ευαγγέλου
«Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου».
«Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα- πρώτα Δόξα Σοι!».
«Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα λόγια του Ύμνου!». Οδυσσέας Ελύτης
