Θέματα έκθεσης

Γλώσσα

Ορισμός

Γλώσσα είναι ένα σύστημα-κώδικας συμβόλων, «φθόγγων» για τον προφορικό λόγο και «γραμμάτων» για τον γραπτό, με τα οποία σχηματίζουμε λέξεις και με αυτές προτάσεις σ’ ένα πλαίσιο γραμματικών και συντακτικών κανόνων. Τα σύμβολα αυτά βρίσκονται σε λειτουργική ενότητα μεταξύ τους και αποτελούν ιδιαίτερο κώδικα σκέψης, έκφρασης και επικοινωνίας, αφού η κάθε λέξη απηχεί μία έννοια, ένα νόημα , μία σημασία. Γι’ αυτό η γλώσσα δεν είναι απλώς ένα σύστημα σημείων αλλά ένα σύστημα αξιών, αφού αντανακλά την ξεχωριστή σύλληψη, οργάνωση και έκφραση του κόσμου από ένα άτομο ή ένα ολόκληρο λαό.

Είδη γλώσσας

  • Γλώσσα μητρική – ξένες γλώσσες.
  • Προφορικός – γραπτός λόγος.
  • Άλλες μορφές γλώσσας: γλώσσα σώματος, γλώσσα ηλεκτρονικών υπολογιστών, καλλιτεχνική γλώσσα.
  • Διάρθρωση γλωσσικού σημείου (λέξης)

Σημαινόμενο = σημασία (αντικείμενο αναφοράς)

Σημαίνον  = ακουστική εικόνα (ήχος- φθόγγοι) και οπτική εικόνα  (γράμματα)

Επίπεδα γλώσσας

  • Σημασιολογικό (σημασίες λέξεων)
  • Φωνητικό, φωνολογικό (φθόγγοι, φωνήματα)
  • Μορφολογικό (θέμα – καταλήξεις – λέξεις)
  • Συντακτικό (δόμηση γλωσσικών σημείων)

Χαρακτηριστικά γλώσσας (από την ύλη της Α’ Λυκείου)

α) Η γλώσσα είναι απέραντη γιατί είναι «έκφραση του εσωτερικού μας κόσμου, κύμα ζωής, άνοιγμα κι επαφή ψυχών, ανταλλαγή αισθημάτων και σκέψεων μέσα σε συνομιλία, ερώτηση κι απόκριση, άρνηση και κατάφαση, προσταγή, απαγόρευση και παράκληση, μικροεπεισόδια και πεζότητες, ταπεινότητες της καθημερινής ζωής, έξαρση και κατάνυξη, τραγούδι και κλάμα, χαρά και καημός, τρικυμία και γαλήνη, αγάπη και πάθος, αγωνία και κατάρα, επιστήμη και ζωή, σκέψη, ενατένιση της μοίρας και φιλοσοφία. Όλα αυτά είναι γλώσσα ατομική κι εθνική.» Μ. Τριανταφυλλίδης

β) Η γλώσσα είναι πολύμορφη και πολύπλοκη, αφού πολύμορφη και πολύπλοκη είναι και η κοινωνική ζωή που την παράγει. Οι απεριόριστες δυνατότητές της ανταποκρίνονται στις ποικίλες ανάγκες της κοινωνικής ζωής και τις υπηρετούν. Γι’ αυτό πολλοί λένε ότι η γλώσσα δεν είναι απλώς έργο αλλά ενέργεια, αφού η παραγωγικότητα του μηχανισμού της δεν έχει περιορισμούς και οι δυνάμεις της για έκφραση είναι ανεξάντλητες. Άλλωστε, δυναμική είναι η κοινωνία και όχι στατική  και μεταβάλλει τα γλωσσικά της στοιχεία διατηρώντας σημαντικούς δεσμούς με προγενέστερες μορφές της.

γ) Η γλώσσα διαθέτει πολλές οπτικές – πολυσημία, αφού χαρακτηρίζουμε με διαφορετικές λέξεις τα ίδια πράγματα, φορτίζουμε τις ίδιες λέξεις με εντελώς διαφορετικό σημασιολογικό φορτίο ή με διαφορετικές αποχρώσεις της ίδιας έννοιας.

δ) Η γλώσσα διακρίνεται στην κοινή και στην εξατομικευμένη. Η κοινή είναι το σύνολο των λεκτικών εικόνων και κανόνων που είναι αποθηκευμένα σε όλα τα μέλη της γλωσσικής κοινότητας. Η προσωπική πλευρά της γλώσσας ονομάζεται ομιλία, ιδιόλεκτος. Όλα τα μέλη της κοινότητας έχουν θεωρητικά την ικανότητα ομιλίας. Η γλωσσική πλήρωση όμως επιτυγχάνεται μέσω των γλωσσικών επιλογών που φανερώνουν και τον βαθμό κατάκτησης της μητρικής γλώσσας.

ε) Η γλώσσα υπάρχει πρώτα απ’ όλα ως προφορική επικοινωνία. Η γραπτή επικοινωνία ιστορικά και ιεραρχικά ακολουθεί. Ο γραπτός λόγος είναι επιγέννημα του προφορικού, γραφική παράσταση και συμβολισμός του. Ο άνθρωπος πρώτα μαθαίνει να μιλά και μετά να γράφει.

στ) Η γλώσσα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τους ποικίλους παράγοντες που την δημιουργούν: ηλικία, μόρφωση, επάγγελμα, ιδεολογία, κοινωνική τάξη, καταγωγή, φύλο, περίσταση. Πλήθος παραγόντων συνθέτουν την κοινοτική ζωή και αντανακλώνται στις διάφορες γλωσσικές χρήσεις των μελών της, καθώς και στο διαφορετικό ύφος, ανάλογα με το ποιος μιλάει, σε ποιον, με ποιο θέμα, για ποιο σκοπό, πού, πότε, γιατί, πώς κτλ

Αξία της γλώσσας

Υπάρχει διαλεκτική σχέση μεταξύ σκέψης και γλώσσας, μεταξύ λόγου – σκέψης και λόγου – έκφρασης. Όσο πιο σύνθετα και ολοκληρωμένα εκφράζεται ένας άνθρωπος, τόσο κινητοποιεί το πνεύμα του και αντίστροφα, όσο πιο καλλιεργημένος είναι πνευματικά, τόσο πιο πλούσια μέσα έκφρασης χρησιμοποιεί. Η γλώσσα δεν αποτελεί απλώς όργανο αποτύπωσης της σκέψης αλλά μέσο διαμόρφωσής της, αφού μέσα από αυτήν οργανώνονται, ταξινομούνται και αποσαφηνίζονται οι έννοιες. Η ενασχόληση με τις ήδη υπάρχουσες λέξεις και η γνώση της επακριβούς σημασίας τους, βοηθά τον άνθρωπο να αντιληφθεί τις έννοιες και να έχει μια σαφή εικόνα της πραγματικότητας, ξεφεύγοντας έτσι από τον υποκειμενισμό, την ασάφεια και κυρίως την ιδεολογική σύγχυση της εποχής μας. Η εκμάθηση της γλώσσας, λοιπόν, οδηγεί στην διεύρυνση των πνευματικών οριζόντων του ατόμου και στην σφαιρική γνώση και ενημέρωση του, λειτουργώντας ως αντίβαρο σε κάθε μορφή παραπληροφόρησης προπαγάνδας και χειραγώγησης.

Εξάλλου η οργάνωση των  γλωσσικών συμβόλων, η κατάλληλη επιλογή της λέξης για το νόημα που θέλουμε να εκφράσουμε και η εφαρμογή των κανόνων Γραμματικής και Συντακτικού, αυξάνουν την κριτική ικανότητα του ανθρώπου, καλλιεργούν το συλλογισμό και οδηγούν σε πνευματική εγρήγορση. Με τη γλώσσα ο άνθρωπος παίρνει μηνύματα και γνώσεις, μελετάει, επικοινωνεί, ανταλλάζει ιδέες, λαμβάνει και μεταδίδει πληροφορίες. Όλα αυτά διαμορφώνουν το κριτικό του υπόβαθρο και τον οδηγούν στην πνευματική ελευθερία, αφού είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του, να ελέγχει και να επεξεργάζεται τα μηνύματα που δέχεται, να σχηματίζει άποψη, να συνθέτει τα επιχειρήματά του και να διατυπώνει τεκμηριωμένα τις θέσεις του. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι η ορθή αντίληψη και χρήση της γλώσσας αποτελεί σπουδαίο παράγοντα ενδυνάμωσης και απελευθέρωσης του πνεύματος, καθώς λειτουργεί ως άμυνα στη μονομέρεια, τον δογματισμό και την παθητικοποίηση.

Η απελευθέρωση όμως του πνεύματος δεν έγκειται μόνο στην ανάπτυξη της κρίσης, αλλά και στην διατήρηση των διαχρονικών αξιών. Η γλώσσα λοιπόν, είναι αυτή που διασώζει τις αξίες όπως η ελευθερία, το δίκαιο, η ισότητα, ο ανθρωπισμός, η δημοκρατία, και βαθαίνει το νόημα των αρετών της τιμιότητας, της ειλικρίνειας, της συνέπειας, του μέτρου, της εγκράτειας, της απλότητας. Καλλιεργείται έτσι η ηθική, τίθενται υψηλοί στόχοι και ιδανικά και διαδίδονται, μέσω του λόγου, οι μεγάλες ιδέες. Η ίδια η διαδικασία κατάκτησης της γλώσσας, εξάλλου, απαιτεί υπομονή και  επιμονή, πειθαρχία για να τηρηθούν οι κανόνες και συνειδητή προσπάθεια, στοιχεία που συντελούν στη διαμόρφωση ηθικού χαρακτήρα. Επιπλέον, η γλώσσα, ως συνειδητή σκέψη και δημιουργική ανταλλαγή απόψεων,  μυεί τον άνθρωπο στην υπευθυνότητα και στην άσκηση  αυτοκριτικής, ώστε να απαλλαγεί από τα πάθη, τα κατώτερα ένστικτα και τις αδυναμίες του.

Η ηθική βελτίωση του ανθρώπου σε συνδυασμό με την καλύτερη γνώση της πραγματικότητας μέσω της γλώσσας και τη δυνατότητα επικοινωνίας συμβάλλουν στην τόνωση της αυτοπεποίθησης του ατόμου και της ασφάλειας και του προσδίδουν αίσθημα εσωτερικής ικανοποίησης. Παράλληλα, αναπτύσσεται το θάρρος και, πιο συγκεκριμένα η   παρρησία και η αποφασιστικότητα, δηλαδή οι ψυχικές αρετές που συνοδεύουν την ελεύθερη έκφραση. Αυτή η αίσθηση ελευθερίας, σημαντική για τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου, ενισχύεται όσο αυτός νιώθει ότι μπορεί να καταλάβει και να γίνει κατανοητός, να διεκδικήσει, να πείσει και να επικοινωνήσει αποτελεσματικά μέσω της γλώσσας. Και ακριβώς αυτή η δυνατότητα επικοινωνίας και γόνιμου διαλόγου, βοηθά τον άνθρωπο να βιώσει βαθύτερα την φύση του, να εκφράσει τα συναισθήματά του, να εισέλθει στον ψυχικό κόσμο των άλλων, να αναπτύξει ενσυναίσθηση, να καλλιεργήσει ευαισθησίες, οδηγούμενος έτσι σε ψυχική εκλέπτυνση και ισορροπία. Κι αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια εποχή απευαισθητοποίησης και  εσωτερικής δυσαρμονίας.

Η καλλιέργεια της κοινωνικής συνείδησης αποτελεί εύλογα προϊόν της ανάπτυξης της γλώσσας, καθώς μέσα από τη διαπροσωπική επαφή τα άτομα ανταλλάσσουν ιδέες και συναισθήματα, περιορίζουν τις συγκρούσεις και τις παρεξηγήσεις, βρίσκουν λύσεις και επιτυγχάνουν γόνιμο διάλογο. Έτσι, διασφαλίζονται αρμονικές σχέσεις, ενισχύεται η συνεργασία, προτάσσεται το «εμείς» και είναι ουσιαστική η επικοινωνία. Ιδιαίτερα στη σύγχρονη εποχή που οι σχέσεις είναι τυπικές και απρόσωπες και κυριαρχεί η αποξένωση, ο ανταγωνισμός,  η εχθρότητα μεταξύ των ανθρώπων, η γλώσσα λειτουργεί ως βασικός τρόπος σύνδεσης και ένωσης. Από την άλλη, με το λόγο ο άνθρωπος πληροφορείται τα κοινωνικά δρώμενα, αντιλαμβάνεται τις κοινές υποθέσεις, κατανοεί τους κοινωνικούς του ρόλους και γνωρίζει τους θεσμούς, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις του και τους νόμους. Έτσι, συμμετέχει ενεργά στα κοινά, κοινωνικοποιείται και συντελεί στην εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας.

Σε πολιτικό επίπεδο, η γλώσσα αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατίας, αφού ο πολιτικός λόγος και ο διάλογος προϋποθέτουν τη σωστή χρήση της. Η κατανόηση του πολιτικού λόγου περιορίζει φαινόμενα δημαγωγίας και λαϊκισμού, ενώ αντίθετα ενισχύει τη γόνιμη πολιτική αντιπαράθεση, την πολυφωνία και την ουσιαστική συμμετοχή του πολίτη στα κοινά. Μέσω της γλώσσας, ο πολίτης διεκδικεί τα δικαιώματά του, ασκεί έλεγχο στην εξουσία, στηλιτεύοντας κάθε μορφή παραβίασης και αδικίας.  Άλλωστε, το δίκαιο, η βασική αρχή κάθε οργανωμένης δημοκρατικής κοινωνίας, στηρίζεται στο γραπτό λόγο προκειμένου οι αρχές και οι κανόνες να γίνονται γνωστοί σε όλους και να τηρούνται τα δικαιώματα. Μέσω, λοιπόν, της γνώσης του λόγου, ο λαός έχει εξουσία και συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός υγιούς δημοκρατικού πολιτεύματος.

Με τη γλώσσα, επιπλέον, διασφαλίζεται και το πολιτιστικό επίπεδο του λαού, αφού αποτελεί καθρέφτη της κουλτούρας και πηγή της εκφραστικής του δύναμης για πρόοδο και εξέλιξη. Αποτελεί μέσο έκφρασης στην τέχνη (τραγούδι, πεζογραφία, ποίηση), επομένως και τρόπο αναβάθμισης της αισθητικής, της εκλέπτυνσης και του εξευγενισμού του ανθρώπου. Από την άλλη, ολόκληρη η πνευματική δημιουργία και κληρονομιά ενός λαού διαιωνίζεται με την γλώσσα. Χάρη σ’ αυτή γνωστοποιούνται και διαδίδονται από γενιά σε γενιά ιδέες, γνώσεις, φιλοσοφικές και επιστημονικές αλήθειες, πορίσματα από έρευνες και μελέτες. Έτσι, πραγματοποιείται η ανάπτυξη των γραμμάτων και των επιστημών και ενισχύεται η πνευματικότητα, το μορφωτικό επίπεδο και η πολιτιστική στάθμη ενός λαού, αφού με τη γλώσσα εξασφαλίζεται τόσο η μεταφορά και γνωστοποίηση των πνευματικών επιτευγμάτων όσο και η συμμετοχή του λαού σ’ αυτά.    

Το πολιτιστικό επίπεδο ενός λαού δε νοείται χωρίς την ταυτότητα του πολιτισμού του, την ιστορική του συνέχεια, καθώς και την ενιαία εθνική του πορεία. Με τη γλώσσα ένας λαός συνειδητοποιεί τη βαθύτερη φυσιογνωμία του, αφού σ’ αυτή συγκεφαλαιώνονται όλες οι στιγμές της προηγούμενης διαδρομής του, όλες οι μνήμες του παρελθόντος. Είναι ένα απόσταγμα η γλώσσα που απαθανατίζει εμπειρίες και γνώσεις του παρελθόντος, οικοδομώντας, έτσι, το παρόν και εξασφαλίζοντας ένα ασφαλές μέλλον. Με τη γνώση της γλώσσας του, ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ιδιαιτερότητα του έθνους του, τη νοοτροπία, τις αρχές και τις αξίες που το διέπουν, τις ιδιαίτερες συνήθειες και ασχολίες του λαού. Με τη συμβολή του καταγράφονται και διατηρούνται τα ιστορικά γεγονότα που έχουν καθορίσει την πορεία του, μεταφέρονται οι παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα  που συνθέτουν τη μοναδικότητα του. Αποκρυσταλλώνει, λοιπόν, την εθνική του ταυτότητα, καλλιεργεί την εθνική του συνείδηση και ενδυναμώνει το εθνικό του φρόνημα, έτσι ώστε να προασπίζεται και να προστατεύεται η πατρίδα από εξωτερικούς εχθρούς. Η ιστορική επιβίωση, άλλωστε, ενός έθνους εξαρτάται άμεσα από την διατήρηση της γλώσσας του, ενώ η παρακμή του συνδέεται με την κρίση ή απώλειά της. Ειδικά σήμερα που το κλίμα ευνοεί την ξενομανία και το πολιτιστικό επεκτατισμό των ανεπτυγμένων κρατών, η γλωσσική παιδεία λειτουργεί ως μέσο άμυνας ενός λαού.

Γίνεται κατανοητό λοιπόν ότι μπορούμε να γνωρίσουμε έναν λαό, αν γνωρίσουμε τη γλώσσα του. Έτσι, μέσω της γλωσσομάθειας κατανοούμε τον τρόπο σκέψης και τον ψυχισμό ενός λαού, την κουλτούρα του και τον πολιτισμό του και μ’ αυτόν τον τρόπο αίρονται προκαταλήψεις και ρατσιστικές αντιλήψεις.  Τα έθνη έρχονται πιο κοντά, σέβονται το ένα το άλλο και αναπτύσσουν πνεύμα αλληλεγγύης και συνεργασίας.  Επιπλέον, με τη γλώσσα επιτυγχάνεται ο διάλογος μεταξύ των λαών κι έτσι επιλύονται παγκόσμια προβλήματα, εδραιώνεται η παγκόσμια ειρήνη και τονώνεται η οικουμενική συνείδηση.    

Τέλος, σημαντική είναι η προσφορά της γλώσσας και στον οικονομικό τομέα, αφού μέσω αυτής προάγονται οι οικονομικές συναλλαγές, επιλύονται οικονομικά προβλήματα, καλλιεργείται η ειδική γνώση με την εξειδίκευση και αναβαθμίζεται το βιοτικό επίπεδο. Ειδικά σήμερα λόγω της ισχυροποίησης της οικονομίας και του καταναλωτικού τρόπου ζωής που απογυμνώνουν ηθικοπνευματικά τον άνθρωπο και τον αλλοτριώνουν, είναι πολύτιμη η αρωγή της γλώσσας ως ηθικοπνευματικής αξίας για την εξισορρόπηση του τεχνικού και του πνευματικού πολιτισμού.

Κρίση γλώσσας

Παραδείγματα που την πιστοποιούν:

  • Αδυναμία χρήσης, κατανόησης του λεξιλογίου. Άγνοια σημασίας λέξεων. Αναντιστοιχία σημαίνοντος – σημαινόμενου. Λανθασμένη χρήση λέξεων, φράσεων σε διάφορα γλωσσικά περιβάλλοντα.
  • Φτωχό λεξιλόγιο – λεξιπενία – συχνές επαναλήψεις.
  • Ασάφεια, αοριστία, ανακρίβεια στην έκφραση. Έλλειψη κανόνων Συντακτικού και Γραμματικής. Ασυνταξία, «άναρχη» χρήση του λόγου, μη ολοκληρωμένες προτάσεις.
  • Κωδικοποιημένος λόγος – αποσπασματικός.
  • Χρήση τυποποιημένων λέξεων, φράσεων. Συνθηματική χρήση της γλώσσας.
  • Εξαντλητική εκμετάλλευση της πολυσημίας της γλώσσας. Υποκειμενική χρήση λεξιλογίου.
  • Δημιουργία διαλέκτου των νέων – αργκό.
  •  Υπέρμετρη χρησιμοποίηση ξένων λέξεων.
  • Ύβρεις ως λειτουργικό στοιχείο του καθημερινού λεξιλογίου μας.
  • Αρκτικόλεξα – συντομογραφίες.

Παρατήρηση: Η γλωσσική πενία, τα εκφραστικά λάθη και η αδυναμία επικοινωνίας είναι εντονότερα στο γραπτό λόγο, γιατί ως επίσημος και πιο σοβαρός λόγος οι γλωσσικοί κανόνες είναι αυστηρότεροι και απαιτούνται περιεκτικότητα, ακρίβεια, σαφήνεια, πυκνότητα και λιτότητα. Χρειάζονται ακόμα συνθετότερες συντακτικές δομές, διευρυμένο λεξιλόγιο  καλός χειρισμός των σημείων στίξης και ορθογραφία, που σημαίνει ότι η όποια γλωσσική ανεπάρκεια φαίνεται πρωτίστως στον γραπτό λόγο.

Αίτια της κρίσης της γλώσσας

Τα οικονομικά συμφέροντα που επικρατούν στην εποχή μας κρύβονται πίσω από κάθε πρόβλημα και συντελούν στην ύπαρξη και μεγέθυνση αυτού, αφού όλα θυσιάζονται στο βωμό του κέρδους και όλα γίνονται είδος εμπορίου. Έτσι, εμπορευματοποιείται και η γλώσσα, απλοποιείται και συρρικνώνεται  για κέρδος χρόνου και χώρου και χρησιμοποιείται κατά τέτοιο τρόπο (λεκτικός, πληθωρισμός, υποκειμενισμός, εντυπωσιασμός …) ώστε να έλκει, να πείσει, να «πουλήσει». Επιπλέον, τα πολιτικά συμφέροντα απαιτούν μια εξασθενημένη γλώσσα, αποδυναμωμένη για να είναι εξίσου αποδυναμωμένη η σκέψη του λαού και εξασθενημένο το πνευματικό του επίπεδο. Με τη μείωση του γλωσσικού επιπέδου, η εξουσία μπορεί να αυθαιρετεί, χωρίς να κινδυνεύει από τον κριτικό έλεγχο του λαού, μπορεί να δημαγωγεί, να μαζοποιεί το λαό και να τον κατευθύνει πιο εύκολα εκεί όπου εξυπηρετούνται τα συμφέροντά της.

Συναφής με τα συμφέροντα είναι και η δομή της κοινωνίας που είναι υλιστική και καταναλωτική και θέτει ως υπέρτατη αξία το χρήμα με άμεση συνέπεια την κρίση πνευματικών και ηθικών αξιών. Αυτή η ρευστότητα και η πνευματική φτώχεια  της εποχής μας, καθώς και η απουσία συλλογικών οραμάτων και στόχων, συνιστούν ανασταλτικούς παράγοντες για την καλλιέργεια της γλώσσας, αφού επικρατεί σύγχυση αποπροσανατολισμός, αλλοτρίωση, τα οποία αντανακλώνται στον τρόπο έκφρασης. Ο άνθρωπος στην καταναλωτική κοινωνία θέτει ως κύριο στόχο του την υλική άνεση και δεν έχει το χρόνο αλλά ούτε και τη διάθεση να ασχοληθεί με πιο ουσιαστικά πράγματα στη ζωή του τα οποία απαιτούν πνευματικότητα, ψυχικό σθένος, αγώνα και κόπο. Οπότε  δεν έχει χρόνο και δε θεωρεί σημαντικό να ασχοληθεί με την καλλιέργεια του λόγου του ο οποίος γίνεται ολοένα πιο φτωχός και περιορισμένος. Εξάλλου, η διαφήμιση, ως κύριο μέσο προώθησης του καταναλωτισμού, κακοποιεί βάναυσα τη γλώσσα, προκειμένου να εντυπωσιάσει, να παραπλανήσει και να επιτύχει το σκοπό της.

Αυτός ο τρόπος ζωής, επιπρόσθετα, συνδέεται άρρηκτα με τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής μας, την ανεργία, τη βία και εγκληματικότητα, τον ανταγωνισμό, την αστικοποίηση που οδηγούν στην αύξηση του άγχους της ανασφάλειας και της ηθικής αλλοτρίωσης του ανθρώπου. Έτσι, το εσωτερικό του χάος και το ψυχικό – πνευματικό κενό αντικατοπτρίζονται στη γλώσσα η οποία είναι ρηχή, επιφανειακή, άχρωμη. Μετατρέπεται σε μία γλώσσα που καλύπτει μόνο τις ανάγκες της άμεσης συνεννόησης και τις ανάγκες εκτόνωσης του άγχους της πίεσης, των νεύρων και της κακότητας του ανθρώπου. Ειδικά στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις η ζωή είναι ασφυκτική. Η υπερσυσσώρευση ατόμων οδηγεί στην ανωνυμία και στην αλλοτρίωση με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να ζει απρόσωπα χωρίς τη δυνατότητα να επικοινωνήσει ουσιαστικά, συνεπώς να καλλιεργήσει και τη γλώσσα του. Επιπλέον ο ατομικισμός,  η εσωστρέφεια και ο ανταγωνισμός, εμποδίζουν το διάλογο, άρα και την εμπέδωση της γλώσσας. Η γλώσσα δηλαδή υποβαθμίζεται, γιατί χρησιμοποιείται ελάχιστα και η γλωσσική έκφραση καταντά τυπική, αφυδατωμένη, ένας απλός ήχος χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.

Το κύριο, βέβαια, χαρακτηριστικό της κοινωνίας μας είναι η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας και το έντονο τεχνοκρατούμενο κλίμα που δεν μπορεί να μην επηρεάζει τη γλώσσα. Η στείρα τεχνοκρατική αντίληψη της εποχής μας δίνει το προβάδισμα σε υλικές προτεραιότητες και υποσκάπτει τα θεμέλια του ηθικοπνευματικού πολιτισμού μέσα στον οποίο εντάσσεται και η γλώσσα μας. Η στροφή στο βιομηχανοποιημένο τρόπο ζωής περιχαρακώνει το άτομο στα στενά πλαίσια του «ειδικού αντικειμένου», οπότε όσο περιορίζονται οι πνευματικοί ορίζοντες και υπάρχει μονομέρεια, τόσο περιορίζεται και η γλώσσα σε λίγες λέξεις, χάριν της εξειδίκευσης και προς συνεννόηση στο χώρο εργασίας. Εξάλλου, η τυποποίηση και ο αυτοματισμός έχουν συμβάλλει στην υιοθέτηση της ευκολίας ως τρόπου και στάσης ζωής, οπότε αποφεύγουμε τη σκέψη και τον κόπο που απαιτεί η σωστή χρήση της γλώσσας και αρκούμαστε σ’ ένα καθημερινό, κωδικοποιημένο λόγο, σε λίγα ανολοκλήρωτα νοήματα. Δεν πρέπει να παραλειφθεί ότι η αλματώδης εξέλιξη της τεχνολογίας έχει οδηγήσει στην αύξηση  των απαιτήσεων, την πολυπλοκότητα των ρόλων, την ταχύτητα των ρυθμών και την πολλαπλότητα των μηνυμάτων. Όλα αυτά περιορίζουν σημαντικότατα τον ελεύθερο χρόνο του ατόμου και μέσα από την κόπωση που προκαλούν, ενισχύουν την αδιαφορία του για την γλωσσική παιδεία. Επίσης, θα προσθέταμε ότι η ραγδαία ανάπτυξη έχει οδηγήσει σε μια προοδοπληξία, σε μια άκριτη πορεία προς καθετί νέο, στην οποία ξεχνάμε συχνά το παρελθόν και την παράδοση. Αυτό το αντιπαραδοσιακό κλίμα, αποστρέφει τον άνθρωπο από την εκμάθηση της γλώσσας ως κάτι μάταιο και ξεπερασμένο.

Σε συνδυασμό με τα παραπάνω θα πρέπει να μελετήσουμε την επίδραση των τεχνολογικών επιτευγμάτων στη ζωή μας τα οποία, αφού επηρεάζουν βαθύτατα τον άνθρωπο και τον πολιτισμό μας, επηρεάζουν και τη γλώσσα. Ο λόγος γίνεται κυρίως για την τηλεόραση και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές που έχουν επιβάλλει τον «παραπολιτισμό» της εικόνας. Η κυριαρχία της εικόνας έχει παραγκωνίσει αυτόματα τον προφορικό και γραπτό λόγο, αφού ο άνθρωπος μαθαίνει να αντιλαμβάνεται εύκολα τα μηνύματα με τις αισθήσεις του και όχι με τη συμβολή της κριτικής του σκέψης. Όσο όμως ναρκώνεται η σκέψη ναρκώνεται και ο λόγος και όσο ο άνθρωπος συνηθίζει τον εντυπωσιασμό των  εικόνων, τόσο του φαίνεται μονότονος και ανιαρός ο λόγος. Κυρίως η τηλεόραση, που για πολλούς έχει γίνει τρόπος ζωής και ψυχαγωγίας, καθηλώνει το δέκτη σε θεάματα χαμηλού επιπέδου, τον παθητικοποιεί, προωθεί λανθασμένα πρότυπα ζωής, βομβαρδίζει με διαφημίσεις και ξένες λέξεις. Όλα αυτά οδηγούν στην ξενομανία, στην αδιαφορία για τη γλώσσα, σε μια συνθηματική τυποποιημένη και φτωχή έκφραση. Εξάλλου, δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η υπερβολική ενασχόληση με τα τεχνολογικά επιτεύγματα απομονώνουν τους ανθρώπους εμποδίζοντας την επικοινωνία, οπότε υπονομεύεται περαιτέρω και η γλώσσα.

Τέλος, όσον αφορά στην τεχνολογική εξέλιξη, είναι αναγκαίο να θίξουμε την «πολιτιστική διείσδυση» των αναπτυγμένων χωρών σε λιγότερο «αναπτυγμένες» χώρες, όπως η Ελλάδα. Με τον όρο «πολιτιστικό ιμπεριαλισμό» εννοούμε την επεκτατική πολιτική που επιχειρείται από τις ισχυρές χώρες μέσω της διοχέτευσης και της επιβολής των αξιών, των προτύπων, του τρόπου σκέψης και νοοτροπίας στις άλλες χώρες. Η  διοχέτευση αυτή διευκολύνεται λόγω της τεχνολογίας και μέσω αυτής. Αφενός όταν μια χώρα εξάγει την τεχνολογία της εξάγει και μέρος του πολιτισμού της και αφετέρου με τη μείωση των αποστάσεων, τη διαμόρφωση παγκόσμιας κοινής γνώμης, την κυριαρχία των μέσων ενημέρωσης με τους μηχανισμούς παραπληροφόρησης και προπαγάνδας, καταφέρνουν οι ισχυρές χώρες να κυριαρχήσουν και να «επιβάλλουν» τον πολιτισμό τους, βασικό στοιχείο του οποίου είναι η γλώσσα. Έτσι, η γλώσσα των μικρότερων χωρών απειλείται και σταδιακά υποβαθμίζεται.

Αν δεχτούμε ότι η γλώσσα και η καλλιέργεια της είναι επίκτητο αγαθό, η αγωγή που λαμβάνει το άτομο διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο για την ουσιαστική εκμάθησή της. Βασικό αίτιο λοιπόν για την αλλοίωση της γλώσσας είναι η ελλιπής παιδεία και το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Ο άνθρωπος που δεν έχει καλλιεργήσει την κριτική του σκέψη, δεν έχει εμπλουτίσει τον ψυχικό του κόσμο και δεν έχει εδραιώσει μέσα του αξίες και αρετές δεν διαθέτει έναν πλούσιο και καλλιεργημένο  λόγο έκφρασης.  

 Την ευθύνη για την ελλιπή παιδεία έχει πρωτίστως η οικογένεια που δε δίνει τη δέουσα σημασία και προσοχή στη γλωσσική αγωγή των παιδιών. Πολλές φορές οι γονείς αποτελούν αρνητικό πρότυπο ομιλίας και επικοινωνίας, ο διάλογος με τα παιδιά είναι ισχνός έως ανύπαρκτος και η προσπάθεια για ανάπτυξη κριτικής ικανότητας υποτυπώδης. Εκλείπουν συχνά μέσα στους κόλπους της οικογένειας η επαφή με το βιβλίο, τα εναύσματα για προβληματισμό, τα ερεθίσματα για γνώση, η καλλιέργεια ενδιαφερόντων και εμπειριών για την ανάπτυξη του πνεύματος, οπότε και η γλώσσα δεν είναι δυνατόν να καλλιεργηθεί.

Μεγαλύτερη ευθύνη για το θέμα της γλωσσικής παιδείας έχει η επίσημη εκπαίδευση. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα εξαντλείται στη βαθμοθηρία, τη στείρα αποστήθιση γνώσεων, στην τυπική κάλυψη ύλης, τα οποία εμποδίζουν την ελεύθερη έκφραση σκέψης, την ουσιαστική μελέτη, την εμβάθυνση καθώς και τη συνολική καλλιέργεια της προσωπικότητας του μαθητή που οδηγούν σε μια πλούσια και σωστή γλώσσα. Το πρόβλημα ενισχύεται από τα κακογραμμένα σχολικά βιβλία, την έλλειψη βιβλιογραφίας αλλά και από τους εκπαιδευτικούς που αδυνατούν  να εμπνεύσουν γλωσσικά τους μαθητές. Το ίδιο το μάθημα της γλώσσας διδάσκεται ανεπαρκώς, τυπικά και στεγνά δίνοντας έμφαση στη στείρα εκμάθηση των μέσων (Γραμματική & Συντακτικό) κι όχι στον ίδιο το σκοπό που είναι ο σεβασμός και η αγάπη για τη γλώσσα. Τέλος,, διδάσκεται αποσπασματικά, αποκομμένα από την αρχαία που αποτελεί τη φυσική της μήτρα. Μ’ αυτό τον τρόπο χάνεται η γλωσσική συνέχεια, διακόπτεται η εξελικτική της πορεία και τα παιδιά προφέρουν και διαβάζουν τις λέξεις μηχανικά χωρίς να κατανοούν τη σημασία τους.

Εκτός από την εκπαίδευση, ο άλλος «δάσκαλος» της εποχής, τα Μ.Μ.Ε., συντελούν καθοριστικά στη γλωσσική διαστροφή κι αποχαλίνωση. Καταρχάς, οι δημοσιογράφοι, ενώ θα έπρεπε να αποτελούν πρότυπα γλωσσικής καλλιέργειας, κακοποιούν τη γλώσσα με την ασυδοσία τους, τα λάθη τους, τις ασάφειες, τις περιττολογίες, τη διαστρέβλωση των εννοιών. Επιπλέον, η γλωσσική ένδεια κάθε λογής παρουσιαστών, σχολιαστών και «πανελιστών», η θήρευση της εντυπωσιακής  έκφρασης, η υπερβολή και η κενολογία, καθώς και οι ανορθόγραφοι και λανθασμένοι τίτλοι, έχουν ως συνέπεια την υποβάθμιση της γλώσσας. Γενικά θα λέγαμε η κάθε λογής προπαγάνδα και παραπληροφόρηση που επιχειρείται από τα Μ.Μ.Ε αλλοιώνει τα νοήματα των λέξεων,  προκειμένου να μετατρέψουν το δέκτη σε άβουλο υπήκοο και το χαμηλό επίπεδο εκπομπών μειώνει και το γλωσσικό επίπεδο των πολιτών.

Τα αρνητικά γλωσσικά πρότυπα αναπαράγονται και από τους πολιτικούς που συχνά χρησιμοποιούν μια «ξύλινη» και κομματική γλώσσα, προωθούν τη συνθηματολογία για ψηφοθηρικούς λόγους, ακολουθώντας μια λαϊκίστικη πολιτική και μια λαϊκίστικη γλώσσα. Ευθύνη επίσης αποδίδεται στην πολιτεία για την αποκοπή του έθνους από την παράδοση του και την ιστορία του, για τη μη προώθηση του βιβλίου, των τεχνών και των επιστημών, για τις ανεπάρκειες του εκπαιδευτικού συστήματος, για την αδιαφορία απέναντι στην ανάπτυξη του πνευματικού πολιτισμού.

Επιπλέον, οι πνευματικοί άνθρωποι, ενώ είναι πρωτοπόροι του πνεύματος σε αρκετές περιπτώσεις με τη δυσνόητη και γριφώδη γλώσσα που χρησιμοποιούν όχι μόνο δεν έλκουν τους ανθρώπους, αλλά αντίθετα τους απωθούν, τους απομακρύνουν από το διάβασμα και δυσκολεύουν την επαφή τους με κάθε είδους πνευματική δημιουργία. Συχνά μάλιστα οι πνευματικοί άνθρωποι απομονώνονται συντηρώντας μια ελιτίστικη αντίληψη, χωρίς να συνειδητοποιούν την κοινωνική τους αποστολή για τη προάσπιση των αξιών, τη διαφύλαξη της γλώσσας και την καλλιέργεια αυτής.

Τέλος, υπεύθυνος για την ελλιπή παιδεία του και για την κακή γνώση και χρήση της γλώσσας είναι ο ίδιος ο άνθρωπος που δε συνειδητοποιεί τη σημασία της γλώσσας στην ποιότητα της αντίληψης, της επικοινωνίας, της ζωής του. Έτσι, δε φροντίζει για την καλλιέργειά του, δεν οξύνει την κρίση του, δεν επιλέγει δημιουργικούς τρόπους ψυχαγωγίας, παρά αφήνεται σε κάθε λογής ευκολίες και παρασύρεται από τα αποπροσανατολιστικά μηνύματα της εποχής.  

Θα άξιζε, βέβαια, να αναφέρουμε ότι το πρόβλημα της γλώσσας είναι εντονότερο στους κόλπους της νεολαίας, γιατί οι νέοι στην προσπάθεια τους να αντιταχθούν στο κατεστημένο, αμφισβητούν την παράδοση και ό,τι συνδέεται με το παρελθόν εκφράζοντας ένα αντιδραστικό  πνεύμα και  χάνοντας πολλές φορές το μέτρο και την ισορροπία. Επιπλέον, οι νέοι ρέπουν πιο εύκολα στο μιμητισμό, είναι ευεπηρέαστοι κι εύπλαστοι, με αποτέλεσμα να υιοθετούν άκριτα αρνητικά γλωσσικά πρότυπα, ενώ παράλληλα επιδιώκοντας τη διαφοροποίησή τους  ακολουθούν ιδιότυπους  γλωσσικούς δρόμους. Τέλος, αποτελούν τα πρώτα και άμεσα θύματα της  κοινωνικής κρίσης και της κρίσης των φορέων αγωγής και παιδείας.

Λύσεις – Προτάσεις

Άτομο

Η καλλιέργεια της γλώσσας προϋποθέτει πρωτίστως την προσωπική συνειδητοποίηση και ευαισθητοποίηση του ίδιου του ατόμου απέναντι στη σημασία της. Ο άνθρωπος οφείλει να καλλιεργεί την κριτική του σκέψη, να αναπτύσσει τον πνευματικό του κόσμο και να ασκείται διαρκώς στην αυτοκριτική, ώστε να εμβαθύνει στη χρήση και την ουσία του λόγου. Παράλληλα, η συστηματική επαφή με το βιβλίο, η επιδίωξη ουσιαστικού διαλόγου και η συγκρότηση γνήσιων διαπροσωπικών σχέσεων συμβάλλουν καθοριστικά στη γλωσσική του ανάπτυξη, καθώς ο λόγος καλλιεργείται μέσα από την επικοινωνία και την ανταλλαγή ιδεών. Η συμμετοχή, επίσης, σε εκδηλώσεις σχετικές με τη γλώσσα και η ανάληψη πρωτοβουλιών για την αντιμετώπιση του γλωσσικού προβλήματος ενισχύουν τη συνειδητή στάση απέναντι σε αυτήν. Τέλος, η ιεράρχηση των αναγκών, ο επαναπροσδιορισμός των αξιών και η βαθύτερη κατανόηση του πραγματικού προορισμού και της ουσίας της ζωής οδηγούν τον άνθρωπο σε μια ουσιαστικότερη σχέση με τη γλώσσα, η οποία παύει να αποτελεί απλό εργαλείο και μετατρέπεται σε φορέα σκέψης, έκφρασης και πολιτισμού.

Παιδεία – Φορείς

Οικογένεια: Καθοριστικός είναι, επίσης, ο ρόλος της οικογένειας στην καλλιέργεια της γλώσσας, καθώς αποτελεί τον πρώτο και βασικότερο φορέα αγωγής του ατόμου. Οι γονείς οφείλουν να λειτουργούν ως πρότυπα ορθής γλωσσικής έκφρασης και επικοινωνίας, καλλιεργώντας ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί ο ουσιαστικός διάλογος και η γνήσια επικοινωνία μεταξύ των μελών. Παράλληλα, είναι σημαντικό να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη πολύπλευρων ενδιαφερόντων, στρέφοντας το παιδί σε δημιουργικές ενασχολήσεις και φέρνοντάς το σε επαφή με τα γράμματα, το βιβλίο και την τέχνη, ώστε να εμπλουτίζεται ο πνευματικός του κόσμος και, κατ’ επέκταση, ο λόγος του. Επιπλέον, η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, η εμφύσηση αξιών και η φροντίδα για τη συναισθηματική του πληρότητα και ισορροπία συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας, η οποία είναι σε θέση να χρησιμοποιεί τη γλώσσα με ουσία, ακρίβεια και συνείδηση.

Εκπαίδευση: Η εκπαίδευση οφείλει να στηρίζεται σε μια ανθρωποκεντρική παιδεία, προσανατολισμένη στη συγκρότηση υπεύθυνων πολιτών και ολοκληρωμένων ανθρώπων. Απαιτείται η μετάδοση ουσιαστικής γνώσης, βασισμένης στον διάλογο, τη μελέτη, τις εργασίες, τη γόνιμη αμφιβολία και την ουσιαστική ανάλυση. Παράλληλα, είναι αναγκαία η συγγραφή ευανάγνωστων και καλογραμμένων σχολικών βιβλίων, καθώς και η συστηματική επαφή των μαθητών με το βιβλίο, μέσα από την ίδρυση και αξιοποίηση βιβλιοθηκών και την ενίσχυση της βιβλιογραφικής τους καλλιέργειας. Σ’ αυτή την κατεύθυνση, καθοριστική είναι και η συμβολή όλων των εκπαιδευτικών, οι οποίοι οφείλουν να προάγουν τη σωστή χρήση της γλώσσας, καθώς αυτή αποτελεί βασικό εργαλείο κάθε επιστήμης και ουσιαστικό μέσο μετάδοσης της γνώσης. Επιπλέον, η καλή γνώση των αρχαίων ελληνικών, η ενίσχυση της εθνικής ταυτότητας, με βασικό της φορέα τη γλώσσα, η δημιουργική ενασχόληση με τη λογοτεχνία, καθώς και η αναβάθμιση της διδασκαλίας του γλωσσικού μαθήματος, είναι καθοριστικής σημασίας, ώστε οι μαθητές να αγαπήσουν τη γλώσσα, να συνειδητοποιήσουν την αξία της και να τη χρησιμοποιούν ουσιαστικά σε όλους τους τομείς της ζωής τους. Πιο συγκεκριμένα, το σχολείο μπορεί να οργανώνει ρητορικούς αγώνες, να προβάλλει ταινίες και να φέρνει τους μαθητές σε επαφή με θεάματα, μουσεία και εκθέσεις, τα οποία θα συνοδεύονται από διάλογο και προβληματισμό, να προσκαλεί πνευματικούς ανθρώπους που θα λειτουργούν ως πρότυπα λόγου, καθώς και να διοργανώνει αφιερώματα στο έργο σημαντικών επιστημόνων και καλλιτεχνών, ώστε οι μαθητές να έρχονται σε επαφή με έναν συγκροτημένο και βαθύ τρόπο σκέψης και έκφρασης.

Μ.Μ.Ε.: Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης οφείλουν να συνειδητοποιήσουν τον καθοριστικό τους ρόλο στη διαμόρφωση της γλωσσικής συνείδησης των πολιτών. Οι δημοσιογράφοι και όλοι όσοι προβάλλονται μέσω αυτών καλούνται να αναλάβουν την ευθύνη που τους αναλογεί, λειτουργώντας ως πρότυπα ορθής και ποιοτικής χρήσης της γλώσσας. Παράλληλα, είναι αναγκαίος ο ουσιαστικός έλεγχος από τους αρμόδιους φορείς ως προς το γλωσσικό επίπεδο των μέσων, ώστε να αποτρέπεται η κακοποίηση του λόγου. Η έγκυρη και αντικειμενική πληροφόρηση, η προβολή υγιών προτύπων και η συνολική ποιοτική αναβάθμιση των προγραμμάτων μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην καλλιέργεια της γλώσσας.

Κράτος: Το κράτος, από την πλευρά του, οφείλει να διασφαλίζει τη λειτουργία μιας υγιούς δημοκρατίας που σέβεται τον πολίτη και δεν τον χειραγωγεί ούτε τον αποπροσανατολίζει. Η προστασία των ελευθεριών του πολίτη, και ιδιαίτερα της πνευματικής του ελευθερίας, που εδράζεται στη γλώσσα, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ορθή ανάπτυξη του λόγου. Παράλληλα, απαιτούνται ουσιαστικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, καθώς και η συστηματική προώθηση της γνήσιας τέχνης και η ενίσχυση του πνευματικού πολιτισμού, ώστε να δημιουργούνται οι κατάλληλες προϋποθέσεις για τη γλωσσική καλλιέργεια.

Πνευματικοί άνθρωποι: Καθοριστικός είναι, τέλος, και ο ρόλος των πνευματικών ανθρώπων, οι οποίοι οφείλουν να αναλάβουν ενεργά την ευθύνη που τους αναλογεί και να επιτελέσουν τον διαφωτιστικό τους ρόλο ως προς τη σπουδαιότητα της γλώσσας. Μέσα από διαλέξεις, παρεμβάσεις και επισημάνσεις γλωσσικών σφαλμάτων, μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση του δημόσιου λόγου και στην καλλιέργεια γλωσσικής συνείδησης. Παράλληλα, ο αγώνας τους για μια ουσιαστική και ποιοτική εκπαίδευση, καθώς και η συνεχής προσπάθεια ευαισθητοποίησης τόσο των πολιτών όσο και της πολιτικής εξουσίας, αποτελούν βασικούς άξονες για την προστασία και την ανάδειξη της γλώσσας.

Το γλωσσικό πρόβλημα είναι και προσωπικό μας θέμα. Αν εμείς επιδιώκουμε την  αυτομόρφωσή μας, έχουμε επαφή με την κληρονομιά και τις ρίζες μας και σεβόμαστε  τον πολιτισμό μας ως Έλληνες, δεν υπάρχει φόβος διάβρωσης της γλώσσας. Όσο εμείς φροντίζουμε για τον εσωτερικό μας πλούτο και την καλλιέργειά μας, τόσο η γλώσσα μας θα πλουτίζεται και θα είναι ο δείχτης της ελευθερίας και του πολιτισμού μας. Είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσουμε ότι η διαφύλαξη και καλλιέργεια της είναι το μέσο προσωπικής ευημερίας και αντίστασης σε κάθε εξωτερική απειλή για να εξασφαλίσουμε πορεία επιβίωσης και εξέλιξης  τόσο σε προσωπικό επίπεδο μέσα στην κοινωνία όσο και σε εθνικό επίπεδο στον παγκόσμιο στίβο.

Αποφθέγματα- Απόψεις

«Μήγαρις έχω τίποτε άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;»     Δ.  Σολωμός

«Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο».                                                              Γ. Ψυχάρης

«Γλώσσα, νικήτρα του θανάτου».                                                                  Κ. Παλαμάς

«Για να μπορέσει κάποιος να αποδώσει υψηλά νοήματα χρειάζεται τις κατάλληλες λέξεις».                                                                                                             Αισχύλος                                                                                                          

«Όποιος δεν μπορεί να ελέγξει τη γλώσσα του δυστυχεί».                              Αισχύλος

«Τα σημαντικά πράγματα λέγονται με λίγα λόγια».                                         Ευριπίδης

«Μόνο ο άνθρωπος απ’ όλα τα ζώα, διαθέτει έναρθρο λόγο. Και η μεν φωνή είναι σημάδι λύπης και ευχαρίστησης, γι’ αυτό υπάρχει και στα άλλα ζώα, ο έναρθρος λόγος όμως υπάρχει για να δηλώνει το συμφέρον και το βλαβερό, όπως επίσης το δίκαιο και το άδικο».                          Αριστοτέλης                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                     «Ο τρόπος που ζούμε καθρεφτίζεται στη γλώσσα».                                Λούντβιχ Βιτγκενστάιν

«Η φιλοσοφία είναι μάχη ενάντια στο γήτεμα του μυαλού μας από τη γλώσσα».  Βιτγκενστάιν

«Η γλώσσα είναι δηλητήριο που χρησιμοποιείται για να μας σύρει, να μας παρασύρει και να μας μαγέψει. Μπορεί όμως και να μας γιατρέψει όταν μιλάμε αληθινά»               Βιτγκενστάιν

«Σκέψου πριν μιλήσεις. Η γλώσσα πολλών τρέχει γρηγορότερα από τη σκέψη».          Θαλής                                              

«Μόλις έχει επιτραπεί σε μια λέξη να δραπετεύσει,δεν μπορεί να ανακαλεστεί»       Οράτιος

 «Μόνο σε δύο περιπτώσεις θα πρέπει να μιλάς. Όταν γνωρίζεις πολύ καλά για τι πράγμα πρόκειται να μιλήσεις και όταν πρέπει να μιλήσεις».                                                  Ισοκράτης

«Ο λόγος είναι ασήμι και η σιωπή είναι χρυσός».                                                   Πυθαγόρας

«Μετάνιωσα πολλές φορές που μίλησα αλλά ποτέ επειδή παρέμεινα σιωπηλός». Σωκράτης                                                                                                       

«Η σιωπή ταιριάζει στους έξυπνους ανθρώπους. Στους σοφούς ακόμα περισσότερο». Ταλμούδ                                                                           

«Η ικανότητα ομιλίας είναι το αποτέλεσμα μιας ώριμης νοητικής κατάστασης και της αλληλεπίδρασης δύο παραγόντων: των έμφυτων ιδιοτήτων του νου και του περιβάλλοντος».                                                                                   Νόαμ  Τσόμσκυ                                                                                

«Η γλώσσα που σήμερα χρησιμοποιείται από την πολιτική και τα ΜΜΕ, φθίνει, κατρακυλάει στο ψεύδος, στη μισή αλήθεια, στη φθορά, στην ανυποληψία. Τόσο πολλές λέξεις που δε σημαίνουν τίποτα απολύτως. Μιλάμε για Θεό, Καλό, Ηθική, Δημοκρατία και το μόνο που κάνουν είναι να καταστρέφουν, να βομβαρδίζουν, να σκοτώνουν».               Χάρολντ  Πίντερ                                                                                  

«Τα σύνορα της πατρίδας δεν είναι καταρχήν γεωγραφικά. Τα σύνορα είναι στη γλώσσα, στην παιδεία, στην πνευματική αυτοσυνειδησία του Έλληνα. Αν ρημαχτούν αυτές οι αντιστάσεις, αν αυτές παραδοθούν στη στασιμότητα, στη νέκρα, αν τις πιστέψουμε αδιέξοδα προβληματικές, τότε η απώλεια εδαφών και υφαλοκρηπίδων είναι  μάλλον δευτερεύον σύμπτωμα».                                                                                                 Χρήστος  Γιανναράς

«Η γλώσσα είναι όργανο σχέσης, έκφραση κοινωνίας. Μια κοινωνία που δεν κοινωνεί, που δεν έχει συλλογικούς στόχους, κοινά οράματα, ποια γλώσσα να μιλήσει; Περιορίζεται σε ένα στοιχειώδη κώδικα συνεννόησης και το υπόλοιπο της γλωσσικής έκφρασης εμπορευματοποιείται: γίνεται διαφήμιση, επαγγελματικό ιδίωμα, κομματική συνθηματολογία, λογοτεχνικό φτιασίδι, ιδεολογικός κομπασμός».                                       Χρήστος  Γιανναράς                                                                                                      

«…Πηγαίνετε στα Λύκεια, τα παιδιά δεν κατανοούν πια ούτε τον Παπαδιαμάντη και με δυσκολία παρακολουθούν κείμενο του Μακρυγιάννη ή του Κοσμά του Αιτωλού. Κι όμως τη γλώσσα του πατρο- Κοσμά την καταλάβαιναν οι αναλφάβητοι Έλληνες της τουρκοκρατίας. Μέσα σε μια γενιά, τη γενιά των παιδιών μας, διακόπτεται η γλωσσική συνέχεια τριών χιλιάδων χρόνων».                                                                                        Χρήστος  Γιανναράς

«Η γλώσσα έχει πάψει να αναλύει, να ερμηνεύει, να υπηρετεί το διάλογο. Διαστρέφεται σε κώδικα επίθεσης και άμυνας, γυμνώνεται από κάθε νοηματικό πλούτο, μπλέκεται σε αμήχανες επαναλήψεις, για να καταλήξει συχνά στον κρετινισμό της βωμολοχίας που παρεμβάλλεται σε κάθε δεύτερη λέξη στο λεξιλόγιο της νεολαίας».                                         Χρήστος  Γιανναράς

«…Έχουμε την πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου. Πλούτη της δεν είναι μόνο οι 500.000 λέξεις της (οι άλλες έχουν  5.000- 50.0000) αρχαίες, μεσαιωνικές, νεότερες, σύγχρονες αλλά η υπέροχη πλαστικότητα και η απέραντη πολυτυπία της. Μ’ αυτή κατάφερε και καταφέρνει να αποδώσει και το πιο λεπτό φιλοσοφικό νόημα, το πιο βαθύ συναίσθημα και το πιο ψηλό και πλατύ επικό μεγαλείο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πλείστες από τις πιο σημαντικές λέξεις στον κόσμο και μάλιστα στην επιστήμη, την τέχνη, τον πολιτισμό είναι ελληνικής προέλευσης».                       Γιάννης  Παυλάκης

«Αν η ελληνική γλώσσα απέσυρε τα δάνεια, πολλές γλώσσες του κόσμου θα είχαν χρεοκοπήσει».                                                                                                      Αχ. Λαζάρου

«…Ενώ όμως η γλώσσα είναι κάτι τόσο προσωπικό, είναι συγχρόνως και εθνικό. Κάθε λαός έχει τη γλώσσα που του αξίζει. Στη γλώσσα, όπως και στα τραγούδια του, εναποθηκεύεται ο πολιτισμός του. Η γλώσσα είναι γι’ αυτό ο πιο αδιάψευστος μάρτυρας της ιστορικής του συνείδησης και της ιστορικής του συνέχειας. Το σημαντικότερο πιστοποιητικό ότι είμαστε ένας Γένος αδιάσπαστο στη συνέχειά του, από τον Όμηρο ως σήμερα, είναι ακριβώς αυτή η ενότητα της γλώσσας, πιστοποιητικό που ανατρέπει εκατό αισθησιοκρατικές αιματολογίες τύπου Φαλμεράγιερ».                                                                                     Κώστας  Τσάτσος

«…Είναι ενιαίος ο Ελληνισμός και ενιαία και η γλώσσα. Στον Όμηρο τα 60% των λέξεων είναι τα ίδια με τις λέξεις που έχει σήμερα ο λαός στο στόμα του. Αυτό είναι ένα εκπληκτικό γεγονός. Και δηλώνει τη συντηρητικότητα της ελληνικής γλώσσας. Ο σύγχρονος Γερμανός δεν μπορεί να διαβάσει τα κείμενα της γλώσσας του, όπως αυτά ήταν προ 500 ετών. Το ίδιο ισχύει και για τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς. Ενώ εμείς μπορούμε. Και ο απλούστερος Έλληνας από άποψη μόρφωσης συγκινείται από τους χαιρετισμούς της Παναγίας που ακούει. Αυτό έχει μεγάλη σημασία».                                                                    Ι.  Θεοδωρακόπουλος

«…Αν επικρατήσει η γνώμη ότι τα Νέα Ελληνικά πρέπει να χωριστούν από τα Αρχαία, κινδυνεύουμε να πτωχεύσουμε. Αλλά δεν είναι νοητό ένας λαός που έχει πίσω του τόση ιστορία να κηρύξει μόνος του τη γλωσσική του πτώχευση. Έχει χρέος προς την ιστορία. Είναι δικό μας το χρέος. Μας έχει χρεώσει η ιστορία και η ζωή και πρέπει να εκπληρώσουμε αυτό το χρέος».                                                                                                     Ι.  Θεοδωρακόπουλος

«…Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως κάθε ξένη λέξη είναι κι ένα ξένο σώμα στη γλώσσα μας και πως ο γλωσσικός ιμπεριαλισμός μέρος του πολιτιστικού, τεχνολογικού και οικονομικού ιμπεριαλισμού των μεγάλων χωρών, υπονομεύει ύπουλα τη γλώσσα μας. Φυσικά τα ισχυρά κράτη δεν ανταλλάσσουν λέξεις».                                                          Ι.  Ευαγγέλου

«Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου».

«Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα- πρώτα Δόξα Σοι!».

«Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα λόγια του Ύμνου!».              Οδυσσέας Ελύτης                                             

Σχετικά κείμενα