Ψυχή (3 μέρος): “Όποιος έχει τη μύγα, μυγιάζεται” Επιλεκτική Αντίληψη και Αυτοεκπληρούμενη Προφητεία
Γεια σας φίλοι μου. Όλα είναι θέμα έκθεσης!
Με αυτό το βίντεο κλείνω ένα κύκλο θεμάτων –«Δόξα τω Θεώ» θα πούνε κάποιοι «θα συνεχίσω», θα πω εγώ με άλλα θέματα γιατί τα θέματα δεν τελειώνουν ποτέ– που με αφορούσαν περισσότερο στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Θυμίζω λιγάκι ποια ήταν αυτά τα θέματα με τα οποία ασχολήθηκα όλο αυτό το διάστημα: ήταν η μάθηση αυτή καθ’ εαυτή, βάζοντας μέσα και τον πομπό (τον δάσκαλο) αλλά και το μαθητή ως δέκτη, και ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να υπάρχει αυτή η μάθηση. Οι ορισμοί των εννοιών, που είναι η βάση της σκέψης για να μπορέσουμε να αποφύγουμε τη σύγχυση και να είναι καλύτερη η επικοινωνία μας, να ξέρουμε για ποιο πράγμα μιλάμε. Το ερώτημα που ποτέ δεν μπαίνει –αυτό που λέγαμε– αλλά που είναι πολύ σημαντικό για τη σκέψη μας, για τη γνώση και την αυτογνωσία. Και ο ψυχικός τομέας με τον οποίο ασχολούμαι τώρα. Το τρίτο βίντεο κάνω σήμερα (ατέλειωτος είναι, όχι ότι θα σταματήσω εν τω μεταξύ), γιατί αυτός υπάρχει παντού γύρω μας˙ και είναι, όπως είπαμε, η αιτία και η λύση για όλα τα προβλήματα και η αρχή της όποιας θετικής εξέλιξης.
Σήμερα θα συνεχίσουμε με περισσότερα παραδείγματα για να καταλάβουμε τελικά αυτό: ότι η ψυχή δίνει τις εντολές και είναι αυτή που βάζει τους κανόνες του παιχνιδιού. Και μιας που μιλάω για παιχνίδι θα μιλήσω για ένα ψυχολογικό παιχνίδι. Γίνεται συνήθως στην ομαδική ψυχοθεραπεία ή στη δραματοθεραπεία. Και εκεί, λοιπόν, συμβαίνει το εξής: ένας άνθρωπος μπαίνει, ας πούμε, στο κέντρο, στη μέση. Οι υπόλοιποι είναι γύρω του, περιστρέφονται και φωνάζουν, του λένε αρνητικά και θετικά σχόλια, αρνητικούς και θετικούς χαρακτηρισμούς, ας το πούμε έτσι. Οπότε οι άνθρωποι γύρω του μπορεί να του φωνάζουν, να του λένε: «είσαι όμορφος» –και το επαναλαμβάνουν αυτό– «είσαι άσχημος», «είσαι επιτυχημένος», «είσαι αποτυχημένος», «είσαι ένα τίποτα», «είσαι ένα μηδενικό», «είσαι δοτικός», «είσαι υπέροχος». Όλα λοιπόν αυτά τα επίθετα μπορεί να ακούγονται εν πάση περιπτώσει.
Και στο τέλος αυτής της διαδικασίας, τι δείχνει το παιχνίδι; Ο άνθρωπος που βρίσκεται στο κέντρο, βγαίνει συνήθως πληγωμένος γιατί έχει ακούσει τα αρνητικά χαρακτηριστικά και δεν έχει συγκρατήσει τα θετικά. Θα μπορούσε, ας πούμε, αυτό να ήτανε ως εξής: με 10 λέξεις όλες κι όλες οι οποίες οι 9 θα ήτανε θετικές και μία αρνητική. Τότε θα κρατούσε την αρνητική χωρίς να ακούει τις άλλες 9 θετικές. Στην πιο αισιόδοξη εκδοχή, ένας άνθρωπος βγαίνει με χαμόγελο, ικανοποιημένος και ευχαριστεί τους συμπαίκτες του γιατί ακριβώς έχει νιώσει επιβεβαιωμένος μέσα από τα θετικά σχόλια που εισέπραξε, άκουσε τα θετικά χωρίς να δίνει σημασία στα αρνητικά.
Εδώ πέρα κολλάει, ας πούμε το γνωστό: «Όποιος έχει τη μύγα, μυγιάζεται. Το λέει και η παροιμία. Τι θέλουμε να δείξουμε τώρα με αυτό; Ότι αυτό που ακούμε και εισπράττουμε είναι αυτό που με έναν τρόπο υπάρχει ήδη μέσα μας. Είναι το γνωστό μας και το οικείο μας˙ για αυτό και μας συγκλονίζει. Όταν λέω ότι υπάρχει μέσα μας, δεν είναι απαραίτητο να είναι δικό μας στοιχείο –συνήθως είναι δικό μας– μπορεί να είναι της προσωπικής μας ιστορίας. Δηλαδή, αυτό το στοιχείο να ήταν πολύ έντονο μέσα στην οικογένειά μου, να το είχε ο πατέρας μου ή να το είχε η μητέρα μου, οπότε, όταν εμφανίζεται μπροστά μου– είτε ως λόγος είτε ως πράξη– είναι σαν να μου ξύνεται μια πληγή.
Σκεφτείτε λίγο αν έρθει, ας πούμε, απέναντί μας κάποιος και μας πει κάτι που δεν έχει καμία σχέση με εμάς. Σκεφτείτε έναν άνθρωπο, ας πούμε, που έχει αναλάβει όλες τις ευθύνες του κόσμου και έρχεται κάποιος και του λέει: «είσαι ευθυνόφοβος» Κάποιος ας πούμε που είναι αδύνατος, λέω εγώ τώρα, και κάποιος τον λέει χοντρό. Κάποιος που είναι ο πιο έντιμος άνθρωπος του κόσμου και έρχεται κάποιος και του λέει: «είσαι εγκληματίας». Και κοιτάς σε αυτές τις περιπτώσεις αριστερά- δεξιά και λες: σε κάποιον άλλον μιλάει, «are you talking to me?» δε μιλάς σε μένα, δεν είμαι εγώ. Βλέπετε ότι όταν αυτό είναι κάτι ξένο προς εμάς δεν δίνουμε καμία σημασία.
Δείτε τώρα την περίπτωση, που μπορεί κάποιος να μας λέει, ας πούμε: «Είσαι χαζός, είσαι βλάκας, είσαι ανίκανος, είσαι δειλός, είσαι ένα τίποτα». Δείτε λίγο, πως με αυτά μπορεί να αρπάζουμε κατευθείαν! Οπότε αυτό δείχνει ότι εμείς κάπου το έχουμε αυτό μέσα μας. Μπορεί, ας πούμε, έτσι να με χαρακτήριζε η μητέρα μου, δεν ξέρω, αλλά κάπως υπάρχει ένα γνώριμο στοιχείο δικό μου, το οποίο πυροδοτείται εκείνη τη στιγμή που ακούγεται. Και αυτό όχι μόνο όταν υπάρχει ο λόγος, αλλά όταν υπάρχει και ως πράξη. Δηλαδή άλλοι άνθρωποι, ας πούμε, τρελαίνονται με το ψέμα, που όταν το δουν μπροστά τους γίνονται έξαλλοι, ενώ δεν τους ενοχλούν άλλα και άλλα πράγματα. Άλλοι άνθρωποι τρελαίνονται, ας πούμε την απιστία. Άλλοι άνθρωποι τρελαίνονται με την ασυνέπεια, γιατί αυτό δείχνει ένα δικό τους στοιχείο.
Εδώ πέρα υπάρχει μια ιστοριούλα λοιπόν με το Βούδα, ο οποίος περιοδεύει μαζί με τους μαθητές του και πηγαίνει σε διάφορες περιοχές να μιλήσει να τον ακούσουν οι άνθρωποι και λοιπά. Ήτανε λοιπόν σε μια περιοχή που είχε μαζευτεί το πλήθος και πετάγεται κάποιους μέσα από κει, πηγαίνει μπροστά του και αρχίζει να τον βρίζει: «Είσαι αγύρτης, απατεώνας» και λοιπά και του ρίχνει και ένα φτύσιμο στο πρόσωπο. Τρελαίνονται οι μαθητές του, σοκάρονται, και αρχίζουν να φωνάζουν «Τι κάνεις; Είναι δυνατόν; Αίσχος! Ντροπή!» και τον παίρνουν και τον πηγαίνουν σηκωτό, ας πούμε, μπροστά στο Βούδα να ζητήσει συγγνώμη. Και ο Βούδας –όπως έχουμε συνηθίσει να σημαίνει το όνομα του– ατάραχος του λέει: «Γιατί να μου ζητήσεις συγνώμη; δεν νιώθω ότι μου έχεις κάνει κάτι, δεν έχω πρόβλημα. Ζητά καλύτερα από τους μαθητές μου, οι οποίοι έχουν γίνει έξαλλοι και μάλλον τους έθιξες, σ’ αυτούς έκανες κάτι».
Τι δείχνουν λοιπόν όλα αυτά; Δείχνουν ότι στην ουσία δεν μας πληγώνουν οι άλλοι ή δεν μας θυμώνουν, αλλά θυμώνουμε και πληγωνόμαστε για κάτι που υπάρχει ήδη μέσα μας. Αυτό, λοιπόν, ως ορολογία, που έλεγα πριν, ονομάζεται Επιλεκτική Προσοχή και Αντίληψη. Υπάρχει αυτός ο όρος, που δείχνει, λοιπόν, ότι επιλεκτικά προσέχουμε και ακούμε πράγματα. Ποια; Αυτά τα οποία εμείς ήδη γνωρίζουμε και «κουμπώνουν» με τις δικές μας αντιλήψεις, με τις δικές μας πεποιθήσεις, και γενικότερα με τα δικά μας δεδομένα, βιώματα και λοιπά. Το παράδειγμα με το ψυχολογικό παιχνίδι δείχνει ακριβώς αυτό. Οι μαθητές, που έλεγα, ότι βλέπουν σε ένα κείμενο μόνο δύο 3 λέξεις είναι αυτές που ήδη ξέρουν, δεν το διαβάζουνε απ΄ άκρη σ’ άκρη, να «χτενίσουν» το κείμενο. Όχι, έχουν αρπάξει μια δύο τρεις λέξεις και προσπαθούν να βγάλουν συμπέρασμα, οπότε για αυτό και πέφτουν έξω, εκτός θέματος και δεν καταλαβαίνουν. Δείτε τώρα τι μπορεί να σημαίνει αυτό γενικότερα στην επικοινωνία μας. Όταν, ας πούμε, σε κάποιον έχεις πει 10 πράγματα, μέσα στις σχέσεις μας, και ακούει το ένα, αυτό που ήδη ξέρει ή αυτό που τον συμφέρει ή αυτό που θέλει. Μπορεί να λες «Θέλω να χωρίσουμε» και ο άλλος να καταλαβαίνει «εντάξει με θέλει ακόμα τρελαίνεται για μένα», γιατί έτσι τον βολεύει να το ερμηνεύσει.
Υπάρχει άλλος ένας όρος στην ψυχολογία που λέγεται Ψυχολογική Εσωτερίκευση και Προβολή. Τι σημαίνει αυτό; Ότι έχουμε εσωτερικεύσει, ας πούμε, κάποια βιώματά μας, συναισθήματά μας από την παιδική μας ηλικία και μετά τα προβάλουμε αυτά –επειδή είναι δικά μας– πάνω στους άλλους. Να πω απλά παραδείγματα: πώς λέμε πολύ συχνά, ας πούμε, «Ηρέμησε ηρέμησε» και μπορεί να το λέει κάποιος συνέχεια γιατί δεν είναι ήρεμος ο ίδιος –έτσι;– είναι σε ταραχή. Ή λέει «Μην αγχώνεσαι» και είναι αγχωμένος ο ίδιος. Αυτό που είναι επίσης πολύ γνωστό, είναι να αποκαλεί κάποιος κάποιον άλλον, για παράδειγμα «εγωιστή» (ή άλλον χαρακτηρισμό) τον οποίο τον έχει στο έπακρο. Και το βλέπει στον άλλο,–κάνει την προβολή– αλλά δεν το βλέπει στον εαυτό του. Ή μπορεί, ας πούμε, να λέει «μα τι κολλημένος άνθρωπος είναι με τα λεφτά, βρε παιδί μου, πώς κάνει έτσι; Τι «φραγκοφονιάς» είναι αυτός;» και να είναι η επιτομή της φιλοχρηματίας και της απληστίας. Δεν το βλέπει, το βλέπει μόνο στους άλλους.
Επίσης υπάρχει ο όρος Αυτοεκπληρούμενη Προφητεία. Κι αυτό θα το έχετε ακούσει. Είναι πολύ συνηθισμένο. Τι σημαίνει αυτό λοιπόν; Ότι ανάλογα πάλι με αυτό που έχω εγώ μέσα μου, με αυτό που πιστεύω, θα φέρω στη ζωή μου έτσι τα πράγματα– μέσα από τις επιλογές μου, μέσα από τις αποφάσεις μου, μέσα από τη δράση μου, μέσα από τους ανθρώπους που θα έλξω– θα τα φέρω έτσι, ώστε τελικά να αποδειχθεί αυτό το οποίο πιστεύω αρχικά μέσα μου και να επιβεβαιωθώ. Δηλαδή πιστεύω, ας πούμε, ότι είμαι ανίκανος ή δεν θα τα καταφέρω, ότι γενικά δεν μπορώ, «δεν μου κάθεται τίποτα». Τελικά, θα τα φέρω τα πράγματα έτσι ώστε να πω στο τέλος «Ορίστε, δεν τα ‘λεγα, εγώ; δεν το είπα; δεν τα κατάφερα! Να το, λοιπόν, που έγινε!» Ή ένας άντρας, ας πούμε, που πιστεύει ότι όλες οι γυναίκες είναι μπιπ –αυτολογοκρίνομαι, αλλά δε λέω τις λέξεις τώρα να μην έχουμε θέματα– και όποια γυναίκα γνωρίζει μπορεί να πιστεύει και να λέει: «Όχι, αυτή είναι διαφορετική» εεε θα τα φέρει τα πράγματα έτσι και θα λειτουργεί με έναν τέτοιο τρόπο– ακόμα και αν δεν είναι η γυναίκα θα την κάνει να γίνει-–εν πάση περιπτώσει, μέχρι που στο τέλος να πει: «Ορίστε άλλη μια που προστέθηκε στον κατάλογο και είναι μπιπ!». Και οι γυναίκες οι οποίες μπορεί να πιστεύουν ότι οι άντρες είναι μπιπ και τελικά έτσι όπως γίνονται τα πράγματα στη ζωή τους και στις σχέσεις τους και στην κάθε γνωριμία, φτάνουν στο τέλος να πουν: «Μα τι έχω, ρε παιδάκι μου, τον μπιπ- μαγνήτη; Τι γίνεται επιτέλους;» Ναι, κάπως το έχουμε, λοιπόν. Ακριβώς αυτό που υπάρχει μέσα μας είναι σαν να το φέρνουμε γύρω μας.
Τι πρέπει να δούμε τώρα σε αυτό; Κάτι ενδιαφέρον: ότι οι άλλοι άνθρωποι, όσο και αν μας εκνευρίζουν, μας θυμώνουν, μας στεναχωρούν, μας πληγώνουν έχουν πάντα κάτι το πολύτιμο, γιατί μας δείχνουν– με όλη αυτή την ερμηνεία που κάνουμε τώρα– κομμάτια του εαυτού μας, μας δείχνουν το εσωτερικό μας τοπίο. Λειτουργούν ως καθρέφτες που μας καθρεφτίζουν για το πως εμείς είμαστε ή το πώς έχουμε βιώσει τα πράγματα. Με αυτήν την έννοια λοιπόν, αν μπορέσουμε να το δούμε αυτό είναι σωτήριο. Ο Καρλ Γιουγκ έλεγε ότι «όλα όσα μας ενοχλούν στους άλλους μπορούν να μας οδηγήσουν στην κατανόηση του εαυτού μας». Όσα μας ενοχλούν στους άλλους μας βάζουν να κατανοήσουμε ακόμα περισσότερο τον εαυτό μας.
Κοιτάξτε τώρα πού αλλού βρίσκει εφαρμογή αυτό που λέγαμε με την ψυχή. Πρώτον, είναι βέβαιο –λέω ένα απλό παράδειγμα στη ζωή μας–το έχουν πει όλοι οι ψυχολόγοι ότι ερωτευόμαστε αυτό που μας είναι γνωστό και οικείο. Όχι κάτι άσχετο, όπως νομίζουμε. Και το γνωστό και οικείο είναι η μανούλα μας και ο πατερούλης μας. Που αλλού το βλέπουμε; Θυμάμαι τώρα ένα θέμα που είχε πέσει σε Πανελλήνιες στα εσπερινά και μιλούσε για το βιβλίο και την αναγνωσιμότητα. Μελέταγε, λοιπόν, τους παράγοντες που οι άνθρωποι διαβάζουν. Ένας από τους παράγοντες ήτανε το κατά πόσο οι εμπειρίες και αντιλήψεις και τα βιώματα του συγγραφέα ανταποκρίνονται με τις αντιλήψεις, τα βιώματα του αναγνώστη. Με άλλα λόγια δηλαδή, δεν διαβάζουμε επίσης τυχαία, αλλά διαβάζουμε αυτό που πάλι «κουμπώνει» σε εμάς, που πάλι μας εξυπηρετεί και μας επιβεβαιώνει. Μπορείτε να το δείτε αυτό στον τομέα της πληροφόρησης. Πώς επιλέγουμε να πληροφορηθούμε; Επιλέγουμε από εφημερίδες που πρόσκεινται στις δικές μας πολιτικές πεποιθήσεις ή αθλητικές προτιμήσεις και ούτω καθεξής. Θα πάρω την εφημερίδα τη συγκεκριμένη γιατί ξέρω ότι έχει να κάνει με το δικό μου κόμμα, με την ανάλυση και την οπτική που θέλω να εισπράττω.
Πράγμα το οποίο αν θέλουμε να το δούμε τώρα μεταφρασμένο μέσα σε μια εποχή τεχνολογίας, γίνεται το εξής: ο αλγόριθμος– για να δείτε τώρα πώς μας παίζουν– ο αλγόριθμός ξέρει πάρα πολύ καλά και μπορεί να μετρήσει που σε ποια site μπαίνουμε μέσα, το κάθε κλικ που κάνουμε, ποια άρθρα διαβάζουμε, ποια θέματα μας ενδιαφέρουνε, ποιες φωτογραφίες βλέπουμε και πόση ώρα στεκόμαστε σε αυτές τις φωτογραφίες. Άρα έχουν τη δυνατότητα να φτιάξουν ένα ολοκληρωμένο προφίλ για το ποιοι είμαστε- τι μας ενδιαφέρει, πώς κινούμαστε- και να μας δείχνουν μόνο τα θέματα που θέλουμε και μας επιβεβαιώνουν, με αυτά που αισθανόμαστε καλά και με αυτά που βολευόμαστε. Καταλαβαίνετε ποιος είναι ο κίνδυνος; Είναι να γινόμαστε μονομερείς, δογματικοί, απόλυτοι, παραπλανημένοι, παραπληροφορημένοι. Δεν έχουμε μια συνολική εικόνα των πραγμάτων αλλά μια απειροελάχιστη, γιατί κλεινόμαστε μέσα στο δικό μας μικρόκοσμο.
Ο Αινστάιν έλεγε ότι «η παρατηρητικότητα είναι το ήμισυ της ευφυΐας». Γιατί το αναφέρω τώρα αυτό; Γιατί ένας τρόπος για να ξεφύγουμε από όλα αυτό είναι να παρατηρήσουμε ακριβώς τι κάνουμε, τι μας βολεύει, που αφηνόμαστε, τι μας βγάζει από το κέντρο μας, τι μας κάνει έξαλλους, με τι ας πούμε, είναι αυτό που λέμε «τα παίρνουμε» εντελώς, με τι θυμώνουμε. Οπότε όταν αυτό το δούμε- που είναι πολύ σημαντικό να το παρατηρήσουμε και να καταλάβουμε- αλλά βλέπετε; κάθε φορά αυτό το λέω: ότι πρέπει να αισθανθούμε πρώτα την ανάγκη, να ξεκινήσει από μέσα μας και να βάλω το μυαλό, μετά να εστιάσει και να παρατηρήσει και να πει «κάτσε να δεις. Κάτσε εδώ πέρα να παρατηρήσεις και να δεις».
Όταν, λοιπόν, αυτό το πράγμα το κάνω, τότε γίνεται το εξής: βρίσκεται λύση κατευθείαν. Ποια είναι η λύση; Ή που αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι πριν με ενοχλούσαν και μου δημιουργούσαν προβλήματα, εξαφανίζονται. Ή που δεν εξαφανίζονται συνεχίζουν και υπάρχουν στη ζωή μου–είναι ίσως συγγενείς μου, είναι οι δικοί μου άνθρωποι– αλλά σταματούν τις συμπεριφορές που ήτανε ενοχλητικές και που ήτανε κακοποιητικές για μένα. Ως εκ θαύματος τις σταματούν, επειδή έχουμε δει εμείς την αλήθεια μας, είναι σαν να έχουμε βάλει ένα όριο χωρίς να χρειάζεται να πούμε πράγματα και να κάνουμε. Άλλες φορές το κάνουμε κιόλας. Τρίτη περίπτωση δηλαδή είναι να βάλουμε αυτά τα όριά μας και να πούμε μέχρι εδώ. Και υπάρχει και η περίπτωση να μην γίνονται αυτές οι συμπεριφορές πλέον, γιατί με έναν τρόπο έχω γιατρευτεί εγώ δηλαδή ή και να τις βλέπω πλέον, δεν «τσιμπάω», δεν μου λένε τίποτα. Είναι σαν να μην τις παρατηρώ πλέον. Οπότε για αυτό λύνεται αυτή η κατάσταση, επειδή εγώ καταλαβαίνω τι ακριβώς συμβαίνει. Δηλαδή να το θέσουμε αλλιώς. Η αλλαγή και η λύση δεν έρχεται από τους άλλους –που δαπανούμε τόση ενέργεια στη ζωή μας για να αλλάξουμε τους άλλους ανθρώπους– δεν περιμένω να αλλάξουν όλα τα πράγματα γύρω μου και η κοινωνία και οι άνθρωποι για να νιώσω εγώ καλά˙ πρέπει να αλλάξω εγώ. Μέσα μου πρέπει εγώ να δω ποιος είμαι, τι μου φταίει, τι πρέπει να κάνω, εγώ σε μένα, για να μπορέσουν να αλλάξουν και τα πράγματα γύρω. Εδώ κολλάει και του Γκάντι «Γίνε η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο». Εγώ πρέπει να την φέρω αυτήν την αλλαγή και μέσα μου.
Και πολλές φορές αυτό το λέμε και με τα παιδιά και θεωρούν ότι είναι δύσκολο. Δύσκολο είναι, αλλά είναι το πιο αισιόδοξο! Γιατί από το να περιμένω να έρθει ένας μεσσίας ή να αλλάξουν τα πράγματα από μόνα τους, από έξω, εκεί είναι βέβαιο ότι δεν θα «σωθώ» σε εισαγωγικά ποτέ, αλλά το να είναι στα χέρια μου και να μπορέσω να πάρω την απόφαση να αλλάξω εγώ πράγματα στον εαυτό μου, ναι, αυτό όσο και να είναι δύσκολο είναι εφικτό. Μπορεί να γίνει. Αν δεν καταφέρουμε λοιπόν να δούμε αυτά τα αόρατα νήματα του ασυνείδητου που μας δένουνε, θα είμαστε υπόδουλοι. Δεν πρόκειται ποτέ να δούμε την ελευθερία μας και θα είμαστε αναγκασμένοι με έναν τρόπο να ζούμε συνέχεια το ίδιο και το ίδιο σκηνικό, επαναλαμβανόμενο με πόνο και απογοήτευση που γεωμετρικά θα αυξάνονται. Γι’ αυτό, ας πούμε, πριν αλλάξει ένας άνθρωπος λέμε «Κάτσε, μην κάνεις τίποτα, να δούμε πόσο αντέχεις ακόμα να πονάς». Δηλαδή, όσο αντέχεις να πονάς θα βιώνεις το ίδιο. Όταν λοιπόν πεις, «δεν πάει άλλο και δεν θέλω άλλο να πονάω», τότε λοιπόν θα γίνουν όλες αυτές τις διαδικασίες για να υπάρξει λύση.
Ο Γιουνγκ επίσης έχει πει «αυτό που δεν θέλει να ξέρει κανείς για τον εαυτό του, καταλήγει να επέρχεται ως πεπρωμένο». Αυτό εννοούσα πριν: θα το ζεις συνέχεια και συνέχεια και θα είναι το πεπρωμένο σου. Πρέπει λοιπόν να γνωρίσουμε τον εαυτό μας. Εδώ η λέξη κλειδί είναι η γνώση. Θέλω να θυμίσω και άλλο ένα απόφθεγμα του Σωκράτη. Που έλεγε «ουδείς εκών κακός». Κανείς δεν είναι με τη θέλησή του κακός. Μα κάποιος θα πει «τι λες τώρα, βρε παιδί μου, δηλαδή αυτός που κλέβει δεν είναι με τη θέλησή του; Τι κάνει; άλλος τον έχει βάλει; αυτός που λέει ψέματα ή αυτός που εκμεταλλεύεται; « Κακός» καταλαβαίνετε τώρα εννοούμε να κάνει πράγματα που βλάπτουν τους άλλους ανθρώπους και τον εαυτό του. Δεν είναι με τη θέλησή του; Τι είναι; Ναι, δεν είναι με τη θέλησή του. Είναι κακός λόγω άγνοιας. Δεν γνωρίζει πραγματικά ποιο είναι το καλό. Νομίζει ότι κάνοντας όλα αυτά έχει κέρδος. Έχει όφελος, ωφελείται ο ίδιος, είναι καλύτερος, έχει δύναμη. Δεν καταλαβαίνει τις συνέπειες, δεν αντιλαμβάνεται το κόστος που πληρώνει στη ζωή του. Αν το καταλάβαινε πόσο ακριβά το πληρώνει όλο αυτό, θα άλλαζε.
Πολλές φορές που διδάσκω στα παιδιά τα αίτια, για οποιοδήποτε θέμα, πρέπει να δούμε λιγάκι πώς λειτουργεί το σύστημα γύρω μας, οπότε εκεί πρέπει να μπούμε στη διαδικασία να δείξουμε τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας, τη δομή της, τα προβλήματα της, γιατί από εκεί ξεκινούν τα δικά μας προβλήματα, από κει καθοριζόμαστε και εμείς, στο πλαίσιο μιας σύνδεσης, τέλος πάντων, που υπάρχει σε όλα τα πράγματα. Όταν λοιπόν περιγράφουμε αυτή την κοινωνία τα παιδιά λένε: «Τι είναι αυτό; Που ζούμε; Τι μαυρίλα είναι αυτή Παναγία μου! Απογοητευτήκαμε» Και τους λέω: «Απογοητευτήκατε; Πάρα πολύ ωραία! Γιατί τώρα ξέρετε τι συμβαίνει και ακριβώς αυτό είναι το αισιόδοξο: ξέρετε τι πρέπει να κάνετε». Έτσι αλλάζουν τα πράγματα. Δηλαδή ναι, θα δεις το μαύρο θα απογοητευτείς και θα πεις εδώ τώρα κάτι πρέπει να κάνω.
Πολλές φορές δίνω την εικόνα ενός σκοτεινού δωματίου που όσο υπάρχει το σκοτάδι –η άγνοια– μπορεί να υπάρχει μια λακκούβα, μπορεί κάτι να κρέμεται από το ταβάνι, μπορεί να υπάρχει ένα βαρύ έπιπλο και δεν ξέρουμε πού να πάμε και πώς να μετακινηθούμε. Θα σκοντάψω κάπου; Θα έρθει κάτι επάνω μου να με χτυπήσει; Θα πέσω ξαφνικά; Όταν ανάψω όμως, ένα φως-–το φως της γνώσης και της αλήθειας-–εκεί βλέπω. Μπορεί να βλέπω ότι κρέμεται ένα μαχαίρι, ναι, αλλά θα κάνω έτσι για να το αποφύγω. Μπορεί να βλέπω ότι υπάρχει μια λακκούβα ναι, αλλά ξέρω πώς να την αποφύγω. Οπότε ναι, βλέπω τους κινδύνους, υπάρχει γνώση και ξέρω λοιπόν τι πρέπει να κάνω. Η αλλαγή έρχεται πάντα λοιπόν μέσα από τη γνώση –είναι πολύ σημαντικό να την επιδιώκουμε– δεν έρχεται «στρουθοκαμηλίζοντας», δεν έρχεται με το να χώνω το κεφάλι στην άμμο, ας πούμε, και να μη βλέπω τίποτα για να είμαι μέσα στη μακαριότητα της άγνοιας, έτσι; Δεν είναι πραγματική μακαριότητα αυτή, πραγματική ευτυχία.
Η τέχνη έχω ξαναπεί και πάλι, επειδή το αντικείμενό της είναι η αλήθεια –μέσα από μια άλλη σκοπιά από την επιστήμη, αλλά η αλήθεια είναι το ζητούμενο, οπότε συνδέονται αυτές οι δύο- δείχνει πάρα πολύ συχνά όλο αυτό το θέμα με την ψυχή του ανθρώπου. Και φέτος το ποίημα, που έπεσε στις Πανελλήνιες, του Εμπειρίκου, μιλάει για τα συναισθήματα. Θα το κάνω όμως ξεχωριστά κάποια στιγμή για να το δούμε, απλά θυμίζω στίχους: «χτύπα τη θλίψη, έλεγε, καταγής… πρέπει να πολεμήσεις, να χαρείς, πρέπει να γυμνωθείς…– τι εννοεί; σωματικά; να βγάλουμε τα ρούχα μας;– Μη φοβηθείς το πάτημά σου». Όλα αυτά τα συναντάμε συνέχεια.
Θέλω λοιπόν να κλείσω με δύο ταινίες επίσης –καλά, είναι άπειρες οι ταινίες που δείχνουν όλο αυτά τα περί ψυχής– τώρα, καθώς μιλάω ας πούμε, μου έρχεται «Ο υπηρέτης» του Πίντερ, πολύ γνωστό έργο που δείχνει ψυχολογικά πως ο υπηρέτης προσφέροντας υπηρεσίες έτοιμες, εύκολες και λοιπά κατάφερε να ελέγξει πλήρως το «αφεντικό» και να το κάνει δούλο, να είναι πλήρως εξαρτημένος από αυτά, και ο υπηρέτης να γίνει ο απόλυτος κυρίαρχος των καταστάσεων. Οι ταινίες λοιπόν, αυτές είναι η μία, «Το Κύμα». Γερμανική ταινία, η οποία προβάλλεται πάρα πολύ συχνά στα σχολεία ως εκπαιδευτική ταινία. Λέω απλά το θέμα της: γίνεται ένα πείραμα σε ένα σχολείο της Γερμανίας από έναν καθηγητή για να τους δείξει ότι σε οποιεσδήποτε συνθήκες λόγω ακριβώς όλων αυτών των ψυχολογικών θεμάτων που λέμε, μπορεί να «εκκολαφθεί το αυγό του φιδιού», όπως έλεγε ο Χατζιδάκις, δηλαδή ο Ναζισμός και ο φασισμός. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι ο γερμανικός λαός έγιναν ναζιστές, ενώ ήταν ένας μορφωμένος λαός. Έχει σημασία αυτό. Κάθε φορά που τα παιδιά βλέπουν την ταινία, ρωτάω: Ποιος μπήκε τελικά μέσα σε όλο αυτό; Ποιος φανατίστηκε και ποιος κρατήθηκε απ’ έξω; Γιατί το δείχνει η ταινία. Δεν το έχουν καταλάβει, δεν έχουν δώσει και πολύ σημασία. Κατάλαβαν όλοι ότι είναι πολύ επικίνδυνο. Εν πάσει περίπτωση είναι μια πολύ ωραία ταινία που δείχνει ακριβώς πως μπορούμε να φτάσουμε στο να χάσουμε την ανθρωπιά μας.
Και η άλλη ταινία είναι «Το πείραμα». Πάλι γερμανική ταινία. Εκεί οι επιστήμονες θέλουν να κάνουν ένα πείραμα, μια προσομοίωση φυλακής. Έχουν βάλει μια αγγελία, λοιπόν, μαζεύουν ανθρώπους που θα τους πληρώσουν, με βάση το ψυχολογικό τους προφίλ τους επιλέγουν, για να κάνουνε οι μεν τους φύλακες και οι άλλοι τους φυλακισμένους. Ο χαμός ο μαύρος. Λοιπόν, εκεί δείχνει ακριβώς πάρα πολύ ωραία τι είναι ο καθένας και τι κουβαλάει μέσα του και πως μετά μέσα από το ρόλο που του δίνεται, βγαίνουν ένα σωρό πράγματα που κουβαλούν στην ψυχή τους. Πάρα πολύ ωραία ταινία, αν και σκληρή.
Και θα κλείσω με στίχο του Ελύτη, από το «Άξιον εστί»: «Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο». Το φως, η αλήθεια, η ελευθερία, η ευτυχία δεν χαρίζονται. Χρειάζεται πάλη με τα σκοτάδια μας.
Γεια σας.
Η ψυχή ως αόρατη δύναμη που καθορίζει τη ζωή μας
Η ψυχή δίνει τις εντολές
Η ψυχή δεν αποτελεί μία ξεχωριστή πτυχή της ζωής μας, αλλά τον αόρατο παράγοντα που βρίσκεται πίσω από κάθε σκέψη, επιλογή και συμπεριφορά. Είναι εκείνη που, σε μεγάλο βαθμό, καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα, ερμηνεύουμε τα γεγονότα και διαμορφώνουμε τις σχέσεις μας.Με άλλα λόγια, η ψυχή είναι εκείνη που δίνει τις εντολές και θέτει τους κανόνες του «παιχνιδιού» της ζωής.
Ένα ψυχολογικό παιχνίδι που αποκαλύπτει τον εσωτερικό μας κόσμο
Ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα χρησιμοποιείται στην ομαδική ψυχοθεραπεία και στη δραματοθεραπεία. Ένας άνθρωπος στέκεται στο κέντρο μιας ομάδας, ενώ οι υπόλοιποι κινούνται γύρω του και του απευθύνουν συνεχώς θετικούς και αρνητικούς χαρακτηρισμούς. Άλλοτε ακούει λέξεις όπως «είσαι όμορφος», «είσαι επιτυχημένος», «είσαι υπέροχος», και άλλοτε «είσαι άσχημος», «είσαι αποτυχημένος», «είσαι ένα τίποτα», «είσαι ένα μηδενικό».Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στους χαρακτηρισμούς, αλλά στον τρόπο με τον οποίο τους επεξεργάζεται ο άνθρωπος που βρίσκεται στο κέντρο.
Συχνά, στο τέλος της διαδικασίας, αισθάνεται πληγωμένος, επειδή έχει συγκρατήσει αποκλειστικά τις αρνητικές κουβέντες. Ακόμη κι αν άκουσε δέκα χαρακτηρισμούς, από τους οποίους οι εννέα ήταν θετικοί και μόνο ένας αρνητικός, είναι πιθανό να φύγει έχοντας στο μυαλό του μόνο τον αρνητικό.
Υπάρχει όμως και η αντίθετη περίπτωση. Κάποιος άλλος μπορεί να ακούσει ακριβώς τα ίδια λόγια και να αποχωρήσει χαμογελαστός, επειδή έδωσε σημασία μόνο στα θετικά σχόλια και άφησε τα αρνητικά να περάσουν χωρίς να τον αγγίξουν. Το ίδιο γεγονός, λοιπόν, οδηγεί σε δύο εντελώς διαφορετικές αντιδράσεις. Η διαφορά δεν βρίσκεται στα λόγια που ακούστηκαν, αλλά σε αυτό που ήδη υπάρχει μέσα στον κάθε άνθρωπο.
«Όποιος έχει τη μύγα, μυγιάζεται»
Η λαϊκή σοφία συνοψίζει αυτή την πραγματικότητα με μία απλή παροιμία: «Όποιος έχει τη μύγα, μυγιάζεται». Εκείνο που μας πληγώνει ή μας συγκλονίζει δεν είναι οποιοδήποτε σχόλιο, αλλά αυτό που αγγίζει κάτι γνώριμο μέσα μας. Πρόκειται για κάτι οικείο, το οποίο μπορεί να ανήκει στον χαρακτήρα μας, αλλά μπορεί επίσης να προέρχεται από τις εμπειρίες και την προσωπική μας ιστορία. Μια συμπεριφορά που υπήρχε έντονα μέσα στην οικογένεια, ένας χαρακτηρισμός που ακούγαμε συχνά ή μια παλιά πληγή μπορεί να ενεργοποιούνται κάθε φορά που συναντάμε κάτι αντίστοιχο στη ζωή μας. Γι’ αυτό και πολλές φορές δεν αντιδρούμε στο ίδιο το γεγονός, αλλά σε ό,τι αυτό ξυπνά μέσα μας.
Γιατί κάποια λόγια μάς αφήνουν αδιάφορους και άλλα μας πληγώνουν;
Αν κάποιος χαρακτηρίσει έναν εξαιρετικά υπεύθυνο άνθρωπο «ευθυνόφοβο», έναν αδύνατο άνθρωπο «χοντρό» ή έναν απόλυτα έντιμο άνθρωπο «εγκληματία», το πιθανότερο είναι ότι εκείνος θα κοιτάξει απορημένος γύρω του, σαν να απευθύνονται τα λόγια σε κάποιον άλλον. Δεν θα νιώσει ότι τον αφορούν, γιατί δεν αναγνωρίζει τίποτα από αυτά στον εαυτό του.
Υπάρχουν όμως και χαρακτηρισμοί που μας αγγίζουν αμέσως. Λέξεις όπως «ανίκανος», «δειλός», «βλάκας» ή «ένα τίποτα» είναι δυνατόν να μας πληγώσουν βαθιά, ακόμη κι αν προέρχονται από έναν άγνωστο άνθρωπο. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι οι συγκεκριμένες λέξεις συναντούν κάτι ήδη υπαρκτό μέσα μας. Ίσως κάποτε τις ακούσαμε από σημαντικά πρόσωπα της ζωής μας, ίσως διαμόρφωσαν την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Έτσι, κάθε φορά που επανεμφανίζονται, ενεργοποιούν μια παλιά εσωτερική πληγή.
Το ίδιο συμβαίνει και με τις συμπεριφορές. Κάποιοι άνθρωποι εξοργίζονται όταν συναντούν το ψέμα, άλλοι δεν αντέχουν την απιστία, άλλοι την ασυνέπεια. Αυτό που μας προκαλεί τόσο έντονη αντίδραση συνήθως αποκαλύπτει κάτι σημαντικό για τον δικό μας εσωτερικό κόσμο.
Το παράδειγμα του Βούδα
Μια χαρακτηριστική ιστορία αποδίδεται στον Βούδα. Κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας του, ένας άνθρωπος βγήκε από το πλήθος, άρχισε να τον βρίζει, τον αποκάλεσε απατεώνα και, στο τέλος, τον έφτυσε στο πρόσωπο.
Οι μαθητές του εξοργίστηκαν. Έσπευσαν να τον συλλάβουν και απαίτησαν να ζητήσει συγγνώμη. Ο Βούδας, όμως, παρέμεινε απόλυτα ήρεμος και είπε: «Γιατί να μου ζητήσεις συγγνώμη; Εγώ δεν αισθάνομαι ότι μου έκανες κάτι. Ζήτησε συγγνώμη από τους μαθητές μου, γιατί εκείνοι θύμωσαν και εκείνοι πληγώθηκαν.»
Η ιστορία αυτή δεν υποστηρίζει ότι πρέπει να ανεχόμαστε κάθε προσβολή. Αναδεικνύει, όμως, μια βαθύτερη αλήθεια: πολλές φορές το μέγεθος της αντίδρασής μας δεν εξαρτάται τόσο από αυτό που κάνει ο άλλος, όσο από ό,τι ενεργοποιείται μέσα μας.
Η επιλεκτική προσοχή και αντίληψη
Η ψυχολογία περιγράφει αυτό το φαινόμενο με τον όρο Επιλεκτική Προσοχή και Αντίληψη. Ο άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται ολόκληρη την πραγματικότητα. Επιλέγει, συνειδητά ή ασυνείδητα, εκείνα τα στοιχεία που συμφωνούν με τις ήδη υπάρχουσες αντιλήψεις, τις πεποιθήσεις, τις εμπειρίες και τα βιώματά του.
Το ψυχολογικό παιχνίδι το αποδεικνύει με σαφήνεια: δύο άνθρωποι ακούν ακριβώς τα ίδια λόγια και τελικά συγκρατούν εντελώς διαφορετικά μηνύματα. Το ίδιο συμβαίνει και στην καθημερινή επικοινωνία. Ένας άνθρωπος μπορεί να ακούσει μόνο εκείνο που ήδη πιστεύει ή εκείνο που τον εξυπηρετεί. Έτσι, ακόμη και όταν λαμβάνει ένα σαφές μήνυμα, είναι πιθανό να το ερμηνεύσει σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες και προσδοκίες.
Η ίδια αρχή εξηγεί και γιατί πολλοί μαθητές, διαβάζοντας ένα κείμενο, εστιάζουν μόνο σε λίγες γνώριμες λέξεις και καταλήγουν σε λανθασμένα συμπεράσματα. Αντί να εξετάσουν ολόκληρο το κείμενο, αφήνουν τις ήδη υπάρχουσες γνώσεις και προσδοκίες τους να καθορίσουν την κατανόησή του.
Ψυχολογική εσωτερίκευση και προβολή
Ένας ακόμη σημαντικός ψυχολογικός μηχανισμός είναι η Ψυχολογική Εσωτερίκευση και Προβολή. Από την παιδική ηλικία εσωτερικεύουμε εμπειρίες, συναισθήματα και αντιλήψεις, οι οποίες πολλές φορές λειτουργούν ασυνείδητα. Στη συνέχεια, αντί να τις αναγνωρίζουμε ως δικά μας στοιχεία, τις προβάλλουμε στους άλλους.
Γι’ αυτό συμβαίνει συχνά κάποιος που βρίσκεται σε έντονη εσωτερική αναστάτωση να επαναλαμβάνει συνεχώς στους γύρω του «ηρέμησε» ή «μην αγχώνεσαι». Εκείνος που χαρακτηρίζει διαρκώς τους άλλους εγωιστές μπορεί να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον δικό του εγωισμό. Αντίστοιχα, κάποιος που κατηγορεί τους άλλους για υπερβολική προσκόλληση στα χρήματα ίσως αδυνατεί να δει τη δική του φιλοχρηματία. Ο μηχανισμός της προβολής μάς κάνει να βλέπουμε στους άλλους όσα δεν έχουμε ακόμη αναγνωρίσει στον ίδιο μας τον εαυτό.
Η αυτοεκπληρούμενη προφητεία
Εξίσου σημαντικός είναι και ο μηχανισμός της Αυτοεκπληρούμενης Προφητείας. Οι βαθύτερες πεποιθήσεις που έχουμε για τον εαυτό μας επηρεάζουν τις επιλογές, τις αποφάσεις, τη συμπεριφορά και, τελικά, τα αποτελέσματα που φέρνουμε στη ζωή μας.
Όποιος είναι πεπεισμένος ότι είναι ανίκανος, συχνά θα ενεργήσει με τρόπο που θα επιβεβαιώσει αυτή την πεποίθηση. Στο τέλος θα πει: «Το ήξερα ότι δεν θα τα καταφέρω», χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι οι ίδιες του οι επιλογές συνέβαλαν στην έκβαση των γεγονότων. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και στις ανθρώπινες σχέσεις. Όποιος έχει πειστεί ότι «όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι», είναι πιθανό, μέσα από τη στάση και τις συμπεριφορές του, να δημιουργεί ακριβώς εκείνες τις συνθήκες που θα επιβεβαιώσουν την αρχική του πεποίθηση.
Έτσι, αυτό που υπάρχει μέσα μας δεν μένει μόνο στο εσωτερικό μας. Με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, σχετιζόμαστε με τους ανθρώπους και διαμορφώνουμε την ίδια μας τη ζωή.
Οι άλλοι ως καθρέφτες του εαυτού μας
Όσο κι αν μας εκνευρίζουν, μας θυμώνουν, μας στεναχωρούν ή μας πληγώνουν οι άλλοι άνθρωποι, έχουν πάντοτε κάτι πολύτιμο να μας προσφέρουν. Με έναν παράδοξο τρόπο, λειτουργούν ως καθρέφτες του εσωτερικού μας κόσμου. Οι αντιδράσεις που μας προκαλούν αποκαλύπτουν πτυχές του εαυτού μας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο έχουμε βιώσει και ερμηνεύσει τη ζωή.
Αν κατορθώσουμε να δούμε τις σχέσεις μας μέσα από αυτή την οπτική, τότε κάθε δύσκολη συνάντηση μπορεί να μετατραπεί σε ευκαιρία αυτογνωσίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Καρλ Γιουνγκ υποστήριζε πως «όλα όσα μας ενοχλούν στους άλλους μπορούν να μας οδηγήσουν στην κατανόηση του εαυτού μας». Εκείνο, λοιπόν, που μας ενοχλεί περισσότερο στους άλλους ίσως είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για να γνωρίσουμε βαθύτερα τον εαυτό μας.
Η ψυχή καθορίζει τις επιλογές μας
Η επίδραση της ψυχής γίνεται εμφανής σε αμέτρητες εκφάνσεις της καθημερινής ζωής. Οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι οι άνθρωποι ερωτευόμαστε συνήθως αυτό που μας είναι γνώριμο και οικείο. Δεν μας ελκύει τόσο το διαφορετικό όσο εκείνο που, συνειδητά ή ασυνείδητα, μας θυμίζει τις πρώτες και πιο καθοριστικές σχέσεις της ζωής μας.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα βιβλία που επιλέγουμε να διαβάσουμε. Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που καθορίζουν την αναγνωστική μας προτίμηση είναι ο βαθμός στον οποίο οι εμπειρίες, οι αντιλήψεις και τα βιώματα του συγγραφέα συναντούν τα δικά μας. Δεν διαβάζουμε τυχαία. Αναζητούμε, χωρίς πολλές φορές να το αντιλαμβανόμαστε, κείμενα που «κουμπώνουν» στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο.
Ανάλογα λειτουργούμε και στον τομέα της ενημέρωσης. Επιλέγουμε εφημερίδες, ιστοσελίδες ή μέσα ενημέρωσης που βρίσκονται πιο κοντά στις πολιτικές, κοινωνικές ή ακόμη και στις αθλητικές μας πεποιθήσεις. Προτιμούμε εκείνες τις πηγές που επιβεβαιώνουν τις ήδη υπάρχουσες απόψεις μας, αντί να μας φέρνουν αντιμέτωπους με διαφορετικές οπτικές.
Ο αλγόριθμος μάς γνωρίζει καλύτερα απ’ όσο νομίζουμε
Στην εποχή της τεχνολογίας, αυτός ο μηχανισμός αξιοποιείται συστηματικά από τους αλγορίθμους των ψηφιακών πλατφορμών. Κάθε αναζήτηση, κάθε κλικ, κάθε άρθρο που διαβάζουμε, κάθε φωτογραφία στην οποία μένουμε λίγα δευτερόλεπτα περισσότερο, καταγράφεται. Με βάση αυτές τις πληροφορίες δημιουργείται ένα ιδιαίτερα ακριβές προφίλ των ενδιαφερόντων, των συνηθειών και των προτιμήσεών μας. Στη συνέχεια, οι αλγόριθμοι μάς προβάλλουν περιεχόμενο που συμφωνεί με όσα ήδη πιστεύουμε και μας ενδιαφέρουν. Έτσι, αισθανόμαστε ότι επιβεβαιωνόμαστε συνεχώς, ενώ στην πραγματικότητα βλέπουμε μόνο ένα μικρό μέρος της πραγματικότητας.
Ο κίνδυνος είναι προφανής. Όταν ερχόμαστε διαρκώς σε επαφή μόνο με απόψεις που συμπίπτουν με τις δικές μας, κινδυνεύουμε να γίνουμε μονομερείς, δογματικοί και απόλυτοι. Αντί να αποκτούμε μια ολοκληρωμένη εικόνα του κόσμου, εγκλωβιζόμαστε μέσα σε έναν μικρόκοσμο που αναπαράγει συνεχώς όσα ήδη γνωρίζουμε και πιστεύουμε.
Η παρατήρηση είναι η αρχή της αλλαγής
Ο Αϊνστάιν έλεγε ότι «η παρατηρητικότητα είναι το ήμισυ της ευφυΐας». Η φράση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν αναφέρεται στην αυτογνωσία. Ο μόνος τρόπος να ξεφύγουμε από τους μηχανισμούς που μας εγκλωβίζουν είναι να αρχίσουμε να παρατηρούμε τον εαυτό μας. Τι είναι αυτό που μας ενοχλεί τόσο έντονα; Ποιες συμπεριφορές μας βγάζουν εκτός εαυτού; Σε ποιες καταστάσεις αντιδρούμε υπερβολικά; Πότε αισθανόμαστε ότι «χάνουμε το κέντρο μας»;
Η παρατήρηση αυτή δεν γίνεται μηχανικά. Προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος θα αισθανθεί πρώτα την ανάγκη να γνωρίσει τον εαυτό του και, στη συνέχεια, θα στρέψει συνειδητά την προσοχή του προς τα μέσα. Μόνο τότε μπορεί να αρχίσει να βλέπει καθαρά όσα μέχρι εκείνη τη στιγμή λειτουργούσαν ασυνείδητα.
Η αλλαγή αρχίζει από εμάς
Από τη στιγμή που ο άνθρωπος αρχίζει να αναγνωρίζει τι πραγματικά συμβαίνει μέσα του, η λύση κάνει ήδη την εμφάνισή της. Και πολλές φορές έρχεται με τρόπους που μοιάζουν σχεδόν ανεξήγητοι.
Υπάρχουν άνθρωποι που μέχρι χθες μας δημιουργούσαν προβλήματα και ξαφνικά απομακρύνονται από τη ζωή μας. Άλλες φορές παραμένουν δίπλα μας –είναι συγγενείς, φίλοι ή συνεργάτες– όμως οι συμπεριφορές που μας πλήγωναν σταματούν ή αμβλύνονται αισθητά. Είναι σαν να έχουν συναντήσει ένα αόρατο όριο, το οποίο δεν χρειάστηκε καν να διατυπώσουμε με λόγια. Σε άλλες περιπτώσεις, βέβαια, χρειάζεται να θέσουμε εμείς συνειδητά αυτά τα όρια και να πούμε ξεκάθαρα: «Ως εδώ». Υπάρχει όμως και μια ακόμη εκδοχή, ίσως η πιο ουσιαστική. Οι συμπεριφορές των άλλων παραμένουν ίδιες, αλλά εμείς δεν αντιδρούμε πλέον με τον ίδιο τρόπο. Δεν «τσιμπάμε», δεν πληγωνόμαστε, δεν παρασυρόμαστε. Είναι σαν να έχουν χάσει τη δύναμή τους, γιατί έχει επουλωθεί η δική μας πληγή.
Η αλλαγή, λοιπόν, δεν ξεκινά από τους άλλους· ξεκινά από εμάς. Ξοδεύουμε τεράστια ποσά ενέργειας προσπαθώντας να αλλάξουμε τους ανθρώπους γύρω μας, περιμένοντας να αλλάξει η κοινωνία, οι συνθήκες ή η συμπεριφορά των άλλων για να νιώσουμε καλύτερα. Όμως η πραγματική αλλαγή αρχίζει τη στιγμή που στρέφουμε το βλέμμα προς τον εαυτό μας και αναρωτιόμαστε: «Ποιος είμαι; Τι είναι αυτό που με πληγώνει; Τι χρειάζεται να αλλάξω μέσα μου;» Τότε αποκτά πραγματικό νόημα και η γνωστή ρήση του Γκάντι: «Γίνε η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο.» Η αλλαγή δεν αφορά μόνο όσα συμβαίνουν γύρω μας· αφορά πρωτίστως όσα συμβαίνουν μέσα μας.
Η γνώση οδηγεί στην ελευθερία
Η πορεία αυτή δεν είναι εύκολη. Είναι όμως βαθιά αισιόδοξη. Πολύ συχνά θεωρούμε πιο εύκολο να περιμένουμε έναν «μεσσία» που θα αλλάξει τα πράγματα ή να ελπίζουμε ότι οι συνθήκες θα βελτιωθούν από μόνες τους. Όμως μια τέτοια στάση μας αφήνει παθητικούς και εξαρτημένους από όσα συμβαίνουν έξω από εμάς. Αντίθετα, όσο δύσκολη κι αν είναι η προσωπική αλλαγή, έχει ένα ανεκτίμητο πλεονέκτημα: βρίσκεται στα δικά μας χέρια. Μπορούμε να πάρουμε την απόφαση να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας, να αναγνωρίσουμε τις αδυναμίες μας και να εργαστούμε για να τις μεταμορφώσουμε.
Αν δεν καταφέρουμε να δούμε τα αόρατα νήματα του ασυνείδητου που κατευθύνουν τη ζωή μας, θα παραμένουμε δέσμιοι των ίδιων επαναλαμβανόμενων καταστάσεων. Θα αναπαράγουμε τα ίδια λάθη, θα βιώνουμε τις ίδιες απογοητεύσεις και θα επιστρέφουμε ξανά και ξανά στο ίδιο έργο, χωρίς να καταλαβαίνουμε γιατί. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές φορές ο άνθρωπος αλλάζει μόνο όταν ο πόνος γίνεται μεγαλύτερος από τον φόβο της αλλαγής. Όσο αντέχει να πονά, συνεχίζει να ζει το ίδιο μοτίβο. Όταν όμως φτάσει στο σημείο να πει «ως εδώ», τότε αρχίζει πραγματικά η διαδικασία της μεταμόρφωσης. Ο Καρλ Γιουνγκ διατύπωσε αυτή την αλήθεια με έναν ιδιαίτερα εύστοχο τρόπο: «Αυτό που δεν θέλει να ξέρει κανείς για τον εαυτό του, καταλήγει να επέρχεται ως πεπρωμένο.» Ό,τι αρνούμαστε να γνωρίσουμε μέσα μας επιστρέφει διαρκώς στη ζωή μας, μέχρι να το αντικρίσουμε κατάματα.
Η άγνοια είναι η βαθύτερη αιτία του κακού
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η σκέψη του Σωκράτη: «Ουδείς εκών κακός.» Κανείς δεν είναι κακός με τη θέλησή του. Η θέση αυτή ίσως ακούγεται παράδοξη. Πώς είναι δυνατόν κάποιος που λέει ψέματα, εξαπατά, εκμεταλλεύεται ή βλάπτει τους άλλους να μην το επιλέγει; Η σωκρατική απάντηση είναι ότι ενεργεί από άγνοια. Δεν γνωρίζει πραγματικά τι είναι προς όφελός του. Πιστεύει ότι οι πράξεις του θα του αποφέρουν δύναμη, χρήμα ή επιτυχία, χωρίς να αντιλαμβάνεται το πραγματικό κόστος που πληρώνει. Αν μπορούσε να δει καθαρά τις συνέπειες των επιλογών του, δύσκολα θα συνέχιζε να τις επαναλαμβάνει. Γι’ αυτό και η γνώση δεν είναι απλώς συσσώρευση πληροφοριών. Είναι ο δρόμος που οδηγεί τον άνθρωπο σε διαφορετικές επιλογές και, τελικά, σε μια διαφορετική ζωή.
Το φως της γνώσης
Όταν περιγράφουμε τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας, είναι εύκολο να κυριαρχήσει η απογοήτευση. Η εικόνα μοιάζει συχνά σκοτεινή. Όμως η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας δεν αποτελεί λόγο παραίτησης· αποτελεί την αφετηρία της αλλαγής. Η κατάσταση μοιάζει με ένα σκοτεινό δωμάτιο. Όσο επικρατεί το σκοτάδι της άγνοιας, δεν γνωρίζουμε τι υπάρχει γύρω μας. Μπορεί να υπάρχει μια λακκούβα, ένα βαρύ έπιπλο ή ένας κίνδυνος που δεν μπορούμε να διακρίνουμε. Κάθε βήμα συνοδεύεται από φόβο και αβεβαιότητα.
Αρκεί όμως να ανάψει ένα φως. Το φως της γνώσης δεν εξαφανίζει τους κινδύνους· τους αποκαλύπτει. Και ακριβώς επειδή πλέον τους βλέπουμε, μπορούμε να τους αποφύγουμε. Η γνώση δεν κάνει τη ζωή εύκολη· την κάνει συνειδητή. Η πραγματική ευτυχία δεν βρίσκεται στην άγνοια ούτε στην προσπάθεια να κρύβουμε τα προβλήματα κάτω από το χαλί. Βρίσκεται στην τόλμη να αντικρίζουμε την αλήθεια, ακόμη κι όταν αυτή είναι δύσκολη.
Η τέχνη ως δρόμος προς την αλήθεια
Η αλήθεια αυτή για την ψυχή δεν αποτελεί μόνο αντικείμενο της ψυχολογίας ή της φιλοσοφίας. Τη συναντάμε διαρκώς και στην τέχνη. Άλλωστε, σκοπός κάθε γνήσιου έργου τέχνης δεν είναι απλώς να ψυχαγωγήσει ή να συγκινήσει, αλλά να φωτίσει τον άνθρωπο και να αποκαλύψει βαθύτερες αλήθειες για την ύπαρξή του. Γι’ αυτό και η λογοτεχνία, η ποίηση, ο κινηματογράφος και το θέατρο επιστρέφουν αδιάκοπα στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, στις συγκρούσεις, στα πάθη, στους φόβους και στις επιλογές του. Με διαφορετικά εκφραστικά μέσα από εκείνα της επιστήμης, η τέχνη οδηγείται στο ίδιο ζητούμενο: την αναζήτηση της αλήθειας. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι τόσο η ποίηση όσο και ο κινηματογράφος προσφέρουν αμέτρητα παραδείγματα που αναδεικνύουν τη δύναμη της ψυχής και τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει στη ζωή μας. Η τέχνη δεν περιγράφει απλώς την ανθρώπινη ψυχή· την αποκαλύπτει. Μέσα από τους ήρωες, τις συγκρούσεις και τις επιλογές τους, μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε πλευρές του εαυτού μας που συχνά αγνοούμε. Γι’ αυτό και πολλά σπουδαία έργα μπορούν να λειτουργήσουν ως μαθήματα αυτογνωσίας.
