Το ερώτημα ως αρχή των πάντων και ως πυξίδα ζωής! Ρωτώντας κατανοούμε, επικοινωνούμε, ζούμε!
Γεια σας, γεια σας. γεια σας. Είχα πολύ καιρό να κάνω βίντεο, γιατί έφτιαχνα το site. Όλος ο χρόνος πήγε εκεί. Πολλή δουλειά, μάνα μου. Πάρα πολλή δουλειά. Κείμενα να γραφτούνε, άρθρα να ανεβούνε. Εν πάση περιπτώσει, έχει φτιαχτεί λοιπόν το site για να μπορεί κάποιος να παίρνει πληροφορίες γύρω από μένα, τη διαδρομή μου, τα μαθήματά μου. Και κάθε εβδομάδα, να ’μαστε καλά, θα ανεβαίνουνε θέματα έκθεσης, οπότε ο καθένας θα μπορεί να διαβάζει, αν θέλει, τα θέματα και να δει και με ποιο τρόπο τα δουλεύω με τους μαθητές. Αυτό που σας έλεγα, που είναι αναλυτικός λόγος και είναι σε παραγράφους. Και αυτές τις ομιλίες εδώ τις έχω ονομάσει «απομαγνητοφωνημένες». Μαγνητόφωνο δεν υπάρχει πλέον, τέλος πάντων. Τις έχω πει «απομαγνητοφωνημένες ομιλίες». Υπάρχουν σε γραπτό λόγο στο site και, στο τέλος κάθε ομιλίας, υπάρχει σε στυλ άρθρου — πιο συνοπτικά δηλαδή — για να πάρει κάποιος τις πληροφορίες που θέλει. Είπα αυτά που είχα να πω και γιατί καθυστέρησα να κάνω βίντεο.
Το θέμα μας σήμερα είναι άλλη μία πληγή (εγώ έχω κάνει μόνο τα θέματα που με απασχολούν, το καταλαβαίνετε — μετά θα περάσω σε άλλα πιο γενικά). Το θέμα μας, λοιπόν, σήμερα είναι το ερώτημα. Ποιο ερώτημα; Όλα τα ερωτήματα. Το ερώτημα που ποτέ δεν μπαίνει. Όλα τα ερωτήματα: γιατί; πώς; πού; ποιος; Γιατί αυτό το θέμα; Γιατί οι μαθητές δεν βάζουν ερωτήματα. Τώρα, δεν ξέρω πώς ακριβώς γίνεται αυτό — ενώ μιλάμε για εκπαίδευση και η εκπαίδευση συνδέεται με τη σκέψη — δεν καταλαβαίνω πώς μπορεί να μην υπάρχει το ερώτημα. Παρόλα αυτά, οι μαθητές δεν ξέρουν να βάζουν ερωτήματα. Γι’ αυτό και δυσκολεύονται πάρα πολύ να καταλάβουν και το θέμα σε όλα τα αντικείμενα. Εδώ πέρα θυμάμαι τώρα έναν επιστήμονα — να κάνω λίγο ένα σχόλιο που μου ήρθε — ο οποίος πήγαινε και μίλαγε στα σχολεία και παρατηρούσε πόσο εκπληκτικές ερωτήσεις έκαναν τα παιδιά του δημοτικού, που είναι σαν να έχουν διατηρήσει αυτό το γνωστό το παιδικό «γιατί, μαμά;» και ρωτούσανε, όπως επισήμανε ο ίδιος, πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Και αυτό, στο Γυμνάσιο-Λύκειο, που πήγαινε να μιλήσει, με έναν τρόπο χανότανε. Είχε γράψει ένα ολόκληρο άρθρο ο άνθρωπος γι’ αυτό. Δεν υπήρχε απορία, δεν υπήρχε τίποτα. Λες και μπαίνεις μετά στο Γυμνάσιο, που ετοιμάζεσαι γι’ αυτό που λέμε Πανελλήνιες, και νεκρώνουν όλα. Έχει λειτουργήσει αυτό το σύστημα, ας πούμε, ως μηχανή του κιμά. Και πλέον έχει χάσει ο μαθητής, ο άνθρωπος, τη δυνατότητα να απορεί, να αμφιβάλλει, να αμφισβητεί. Αυτό είναι το θέμα μας αυτή τη στιγμή.
Θέλω να θέσω, λοιπόν, τη δική μου εμπειρία — τι βλέπω όλα αυτά τα χρόνια. Τα παιδιά διαβάζουν ένα κείμενο. Πάμε να ξεκινήσουμε από αυτή τη διαδικασία. Όταν λένε τα παιδιά ότι «διαβάζω το κείμενο», σημαίνει, με έναν τρόπο, ότι συλλαβίζουν. Δηλαδή ότι βλέπουν τα γράμματα και μπορούν και τα συλλαβίζουν ή κάνουν ένα «βρρουπ» και σαρώνουν το κείμενο. Τι λέει μέσα; Δεν ξέρουμε. Για ποιο πράγμα μιλάει το κείμενο; Δεν ξέρουμε. Ποια είναι η επιχειρηματολογία; Δεν ξέρουμε. Εδώ να θέσω, λοιπόν, ότι υπάρχουν τέσσερα βασικά ερωτήματα, τα οποία τα θέτει και το βιβλίο το σχολικό, που θα πρέπει να κάνουμε σε κάθε κείμενο, για να πούμε, με έναν τρόπο, ότι το έχουμε προσεγγίσει. Ποια είναι αυτά τα ερωτήματα; 1) ποιο είναι το θέμα που πραγματεύεται ο συγγραφέας; Για κάτι μιλάει. Τι είναι αυτό; οι νέοι; η ανεργία; ο φανατισμός; για ποιο πράγμα μιλάει; 2) ποια είναι η θέση του; Τι υποστηρίζει; γιατί θέλει να γράψει αυτό το κείμενο; Κάτι θέλει να πει. Θέλει να πει, ας πούμε, πόσο σοβαρό είναι αυτό το πρόβλημα; θα πει τις συνέπειες. Θέλει να το διερευνήσει; θα πάει να πει τα αίτια. Τον απασχολεί τι θα κάνουμε για να το λύσουμε; θα πάει να πει τις λύσεις. Κάτι, λοιπόν, θέλει να πει αυτός ο άνθρωπος. 3) Με ποια επιχειρήματα στηρίζει αυτή τη θέση, την αποδεικνύει; ποια είναι τα τεκμήρια που χρησιμοποιεί; σε τι στηρίζεται; Άρα, λοιπόν, να δούμε την επιχειρηματολογία του — μετά, φυσικά, και να την ελέγξουμε αν είναι σωστή — αλλά πρώτα να δούμε τα επιχειρήματά του. Και, τέλος, τέταρτο ερώτημα: σε ποιο συμπέρασμα καταλήγει.
Δεν υπάρχει κανένα από αυτά τα ερωτήματα ποτέ. Δηλαδή, δεν έχουν την απορία μόνοι τους, διαβάζοντας ένα κείμενο, να καταλάβουν «τι διάβασα τώρα εγώ;». Δεν συζητάω για διάλογο με το κείμενο: να υποστηρίζει κάτι ο συγγραφέας και να αναρωτηθούν «για να δω, βρε παιδί μου, τώρα, ισχύει αυτό που μου λέει; το ’χω δει εγώ γύρω μου; είναι αλήθεια;» — να αναρωτηθεί κάποιος, ας πούμε, αν το ’χει συναντήσει, αν του φαίνεται λογικό. Αυτό το ξεχνάμε, έτσι; Εδώ λέμε δεν έχουμε τα βασικά. Μέσα σε αυτά που δεν έχουμε τα βασικά, δεν έχουμε ούτε τις λέξεις. Δηλαδή, θα συναντήσει κάποιος μία άγνωστη λέξη και δεν αναρωτιέται «τι είναι αυτό;» — και μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο στο νόημα. Όχι, δεν υπάρχει περίπτωση ούτε να διανοηθεί φυσικά και να πάει να ψάξει τη σημασία… εκεί το ’χουμε χάσει τελείως! Πολλές φορές, πάνω σε αυτή τη λέξη, υπάρχει ερώτημα ή υπάρχει θέμα έκθεσης και, χωρίς να την ξέρουνε, μπαίνουν στη διαδικασία να απαντήσουνε. Δεν ξέρω πώς γίνονται αυτά τα παράλογα. Δηλαδή, σκεφτείτε τώρα — να σας δώσω ένα παράδειγμα — μία ακραία λέξη που μπορεί ίσως και να μην την ξέρετε, απλά για να ακουστεί έτσι περίεργα: «φονταμενταλισμός». Και ρωτάει, ας πούμε, «ποιες είναι οι συνέπειες του φονταμενταλισμού». Δεν ξέρουνε τι σημαίνει, αλλά ξεκινάνε και μου λένε ποιες είναι οι συνέπειες. Πείτε μου εσείς τώρα αν υπάρχει αυτό, αν λογικά στέκει. Κι όμως, αυτά τα ακούω εγώ κάθε τόσο και απορώ πώς δεν έχω τρελαθεί.
Εν πάση περιπτώσει, θα πω και δύο συγκεκριμένα παραδείγματα μέσα από το βιβλίο της Β’ Λυκείου, για να πάρετε λίγο μία ιδέα — για να δείτε πώς πέφτω εκτός θέματος. Το θέμα ζητούσε τις συνέπειες στις προσωπικές μας σχέσεις, όταν διαδίδεται μια φήμη που αφορά στην ιδιωτική ζωή. Λέω «ποιο είναι το θέμα μας εδώ;». Καταρχήν παίρνω την απάντηση ότι είναι οι συνέπειες. Λέω «όχι, οι συνέπειες είναι αυτό που σου ζητάνε — το θέμα ποιο είναι;». Παιδευόμαστε λίγο, μέχρι να βρουν ότι το θέμα είναι η φήμη. Εε… δεν είναι η φήμη, γιατί μας λέει ότι η φήμη αφορά την ιδιωτική ζωή. Αλλά, επειδή δεν ξέρουνε καν τι είναι η ιδιωτική ζωή, δεν αντιλαμβάνονται και ποιο είναι το θέμα. Γιατί, αν καταλαβαίνανε ότι η ιδιωτική ζωή είναι εκείνο το μέρος της ζωής, το καθαρά προσωπικό, που δεν εναπόκειται στην κοινή θέα και άρα και στην κοινωνική κριτική, θα σκέφτονταν «τι δουλειά έχει να βγει αυτή η φήμη; Όχι, δεν πρέπει να βγει καμία φήμη απ’ τη στιγμή που ακουμπάει την ιδιωτική ζωή — και άρα οι συνέπειες είναι αρνητικές». Θα είχανε κάνει αυτόματα, με έναν τρόπο, αυτή τη σκέψη. Αλλά δεν μπαίνει καν το ερώτημα — άρα, λοιπόν, είναι εκτός θέματος, γιατί ξεκινάνε και γράφουνε για άλλη έννοια και για άλλο θέμα.
Πάω σε δεύτερο παράδειγμα. Η οικιακή εργασία της γυναίκας θεωρείται αυτονόητη και δεν αναγνωρίζεται από όλους η αξία της. Πιστεύετε ότι θα άλλαζε αυτή η κατάσταση αν γινόταν αυτό ή αν γινόταν αυτό; Και προτείνει δύο πράγματα να επιλέξουνε το θέμα, με τη λογική ότι το ένα πρέπει να αποκλειστεί, το άλλο να το υποστηρίξουνε. Αλλά, πριν φτάσουμε εκεί, λέω «βάλε ερώτημα στο ερώτημα». «Τι; Τι λέτε; Ποιο ερώτημα στο ερώτημα;». «Σε ρωτάει αν θα άλλαζε αυτή η κατάσταση. Ποια κατάσταση; Εσύ την ξέρεις την κατάσταση; Όχι. Οπότε πάμε στο δεδομένο, να τη δούμε την κατάσταση ποια είναι. Γιατί πας να δώσεις λύσεις σε κάτι που δεν ξέρουμε; Μας έχεις δείξει ποιο είναι το πρόβλημα, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε και τη λύση; Να δένουν τα πράγματα, να κολλάνε. Έτσι, αν μας παρουσιάσεις από πάνω ποια είναι η κατάσταση, θα μπορέσουμε να καταλάβουμε και πώς αυτή θα αλλάξει». Η οικιακή εργασία της γυναίκας θεωρείται αυτονόητη και δεν αναγνωρίζεται από όλους η αξία της. Με το ζόρι μπαίνει ένα «γιατί» και, με ζόρι επίσης, καταλαβαίνουμε ότι «το γιατί το πάνω — ότι είναι αυτονόητη — είναι ίδιο με το γιατί το κάτω — ότι δεν αναγνωρίζεται η αξία». Είναι η ίδια απάντηση. Αφού τα βάλαμε, λοιπόν, όλα αυτά — μπράβο! Ωραία! Κάτσε να βρούμε το γιατί. Γιατί είναι αυτονόητη; Στερεότυπα γύρω από τη γυναίκα και προκαταλήψεις που τη θέλουν μόνο στο σπίτι και νοικοκυρά κ.λπ. Μάλιστα, ωραία! Έλα όμως που υπολείπεται ένα ερώτημα, που όσο δεν το βάζετε, σημαίνει ότι και εσείς τη θεωρείτε αυτονόητη. Είσαστε μέσα σε αυτή την κατηγορία. Ποιο είναι το ερώτημα; Ποια είναι η αξία της! Δεν το ’χει βάλει κανείς και δεν το βάζουνε — ίσως μόνο το 1%. Δεν το βάζουν με τίποτα. Τότε, όμως, φαίνεται το πρόβλημα: σε κάτι που έχει εκπληκτική αξία και, παρόλα αυτά, εμείς δεν το αναγνωρίζουμε και θεωρείται αυτονόητο. Τώρα φαίνεται η αδικία. Όταν έχεις παρουσιάσει αυτό το πρόβλημα, ζητάς μετά το πώς θα αλλάξει η κατάσταση.
Είναι αξιοπρόσεκτο ότι δεν καταλαβαίνουνε κάτι που είναι βιωματικό. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Γιατί άλλο πράγμα να ζητάς από έναν μαθητή να σου πει για την παγκοσμιοποίηση — που λέει «ποια παγκοσμιοποίηση μου λες τώρα; άσε με, εδώ βλέπω εγώ μπροστά μου μόνο τους φίλους μου, τα βιβλία, τη μάνα μου…» — το καταλαβαίνω ότι είναι δύσκολο. Αλλά σε θέματα που είναι βιωματικά; Δηλαδή που είναι μέσα στη ζωή σου, στην κάθε μέρα σου; Να σε ρωτήσω, δηλαδή, κάτι για το σχολείο που το ζεις κάθε μέρα ή να σε ρωτήσω τώρα για την οικιακή εργασία, που όλοι βρίσκονται μέσα σε ένα σπίτι, που στο 99% θα βρίσκεται εκεί πέρα μία μάνα, η οποία κάνει όλες τις δουλειές. Το θέμα μίλαγε για τη γυναίκα, έτσι; Φυσικά και μπορεί να κάνει και ο άντρας εργασίες στο σπίτι, αλλά σε αυτόν μια χαρά αναγνωρίζεται, όταν κάνει την παραμικρή εργασία. Το θέμα είναι ότι δεν αναγνωρίζεται στη γυναίκα. Βιωματικό — και, παρόλα αυτά, δεν έχουν αναρωτηθεί. Αλλά εγώ λέω: και αυτό δεν πειράζει. Δεν έχεις αναρωτηθεί. Δεν σου πέρασε ποτέ από το μυαλό να πεις «ρε παιδί μου, αυτή η μάνα μου τι και πόσα μας προσφέρει, ας πούμε, εδώ πέρα με αυτά που κάνει;». Εγώ λέω, δεν έχεις αναρωτηθεί. Εντάξει. Αλλά τώρα σου δίνεται μία ευκαιρία. Έχεις μπροστά σου ένα θέμα. Γιατί τώρα που είναι και μπροστά σου δεν βάζεις το ερώτημα;
Τι εννοώ, λοιπόν, με όλα αυτά; Εννοώ ότι, αφενός, υπάρχει ένα πρόβλημα — γιατί τα παιδιά δεν έχουν μάθει να βάζουν ερώτημα — αφετέρου, είναι εντελώς απαραίτητο και αναγκαίο για να υπάρχει σκέψη. Δεν μπορεί να υπάρχει σκέψη, δεν μπορεί να υπάρχει καμία πνευματική διεργασία χωρίς να ξεκινάει από ένα ερώτημα. Όλη η διαδικασία της διερεύνησης, της συλλογής πληροφοριών, της κρίσης, της κινητοποίησης της κρίσης, αυτής της ίδιας της εμβάθυνσης. Δηλαδή, πώς θα πάω σε βάθος, ας πούμε, χωρίς να έχω να αναρωτηθώ; Από μόνο του θα έρθει αυτό το βάθος μπροστά μου; Δεν γίνεται. Ε… ακόμη και αυτή η σύνδεση των πραγμάτων στηρίζεται σε ένα ερώτημα. Πρέπει να βάλω το ερώτημα: ποια είναι η σχέση; Ξέρετε πόσο συχνά αυτό το πράγμα που λέω τώρα πέφτει θέμα έκθεσης; «Ποια είναι η σχέση μεταξύ δύο εννοιών;» — γιατί θέλουν να δουν αν ο μαθητής καταλαβαίνει ότι το ένα είναι αίτιο και το άλλο αποτέλεσμα, το ένα είναι προϋπόθεση, το άλλο ακριβώς είναι αποτέλεσμα ή αν υπάρχει μία σχέση αλληλεπίδρασης. Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην ελευθερία έκφρασης και στην ελευθερία πληροφόρησης; Για παράδειγμα — και είναι αλληλεπίδρασης. Ε, αυτό, για να το βρω — ποιες είναι οι σχέσεις των πραγμάτων, για να μπορούν να τακτοποιηθούν, να το πω έτσι, τα κομμάτια του παζλ — γιατί, αν δεν συνθέσω αυτά τα κομμάτια, είναι όλα, αυτό που είχαμε πει, ανακατεμένα και δεν καταλαβαίνω τίποτα — πρέπει να τα βάλω σε μία σειρά, για να αρχίσει να ανοίγει μπροστά μου μία εικόνα και να βλέπω καθαρά τι γίνεται. Μόνο έτσι, λοιπόν, καταλαβαίνουμε ότι η σκέψη είναι δημιουργική και δεν είναι παθητική. Η γνώση είναι ουσιαστική — έχουμε κατανοήσει πραγματικά — και δεν είναι επιφανειακή και τυπική. Δεν είναι αυτό το «απ’ έξω», που λέγαμε και άλλη φορά, και ότι νομίζουμε ότι ξέρουμε, ενώ δεν ξέρουμε. Εάν έχουν μπει τα ερωτήματα και έχουμε ψάξει μόνοι μας για τις απαντήσεις, είναι βέβαιο ότι η γνώση αυτή είναι ουσιαστική.
Εδώ πάω σε έναν τομέα — το παρακάτω από τη γνώση, το πιο εξελιγμένο — που είναι η επιστήμη. Πείτε μου τώρα: υπάρχει περίπτωση, ας πούμε, να υπάρχει πρόοδος στην επιστήμη χωρίς να τεθεί ερώτημα; Κάθε βήμα που έχει γίνει σε αυτόν τον χώρο στηρίζεται σε ένα ερώτημα που έχει μπει, για να μπορέσουμε να φύγουμε από την πεπατημένη, να φύγουμε από αυτό που ήδη γνωρίζουμε, τη βεβαιότητα, και να δούμε τι άλλο υπάρχει. Χωρίς το «γιατί», δηλαδή, και χωρίς το «τι θα γινόταν εάν», θα είχε μείνει ο κόσμος στατικός. Η επιστήμη δεν στηρίζεται πάνω σε βεβαιότητες· είναι μία διαδικασία συνεχούς αμφισβήτησης. Γι’ αυτό, όσοι έχουν περάσει από τα πανεπιστήμια ή τώρα, ας πούμε, όσοι φοιτούν ή θα περάσουν, θα δουν ότι στην πτυχιακή εργασία θα βάλουν ένα ερώτημα. Δηλαδή, τι είναι η πτυχιακή εργασία που πρέπει να παραδώσουνε; Είναι ένα σαφές ερευνητικό ερώτημα, που θα κρίνουνε τον φοιτητή: πόσο έχει συλλέξει καλά τις πληροφορίες, αν έχει στηριχτεί στη μεθοδολογία, αν έχει στηριχτεί στη βιβλιογραφία και στις πηγές και αν τα ’χει συνδέσει αυτά με τον κατάλληλο τρόπο και τα ’χει αναλύσει, για να βγει σε ένα συμπέρασμα. Αυτό είναι η πτυχιακή εργασία. Πάμε σε κάτι πιο εξελιγμένο, που είναι το διδακτορικό. Και τι είναι το διδακτορικό; Ένα πρωτότυπο ερώτημα. Εκεί χρειάζεται να είναι και πρωτότυπο, γιατί δεν έχει δοθεί απάντηση ή δεν έχει δοθεί επαρκής απάντηση μέχρι τώρα στη βιβλιογραφία, και χρειάζεται κάποιος να βρει αυτό το πρωτότυπο ερώτημα. Αυτό μελετάει στη διδακτορική του διατριβή, για να μπορέσει — να μπορέσουμε, μάλλον, και αυτός και εμείς κατ’ επέκταση — να προβούμε σε νέα γνώση, να φτάσουμε σε νέες ανακαλύψεις. Λοιπόν, γι’ αυτό και λέω τώρα: ο Σωκράτης έχει πει «η σοφία αρχίζει από την απορία». Προφανώς! Αυτό συζητάμε τόσην ώρα με την επιστήμη. Και, από την άλλη, να θυμηθώ και λίγο τον Νεύτωνα — το θρυλικό με το μήλο — που καθότανε, ας πούμε, στη μηλιά αραχτός και του πέφτει το μήλο πάνω στο κεφάλι και ο άνθρωπος αναρωτήθηκε: «το μήλο γιατί πέφτει κάθετα και δεν πέφτει πλάγια ή δεν πάει προς τα πάνω;» Και ο άνθρωπος κατέληξε στον νόμο της βαρύτητας και της παγκόσμιας έλξης.
Και στον χώρο της επιχειρηματικότητας, όποιος ασχολείται, καταλαβαίνει ότι επίσης, για να προχωρήσει η οικονομία και να εξελιχθούν τα πράγματα, στηρίζονται σε ερωτήματα. Δεν μένουμε στις όποιες έτοιμες συνταγές, όσο πετυχημένοι και να είμαστε, και πρέπει συνεχώς να βλέπουμε τις εξελίξεις και τα πράγματα και να λες τώρα: τι καινούργιο πρέπει να κάνω; πώς θα προχωρήσω μπροστά; Έτσι; Σε όλους τους χώρους. Και επειδή είπα πριν του Σωκράτη ότι «η σοφία αρχίζει από την απορία», δεν αρχίζει μόνο η σοφία — αρχίζει και η δημοκρατία. Να πάρουμε κι άλλον έναν ουσιαστικό χώρο. Γιατί δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς το ερώτημα. Εάν ένας λαός δεν αναρωτιέται τι γίνεται γύρω του, ποια είναι τα κοινωνικά δρώμενα, γύρω από τις πολιτικές εξελίξεις, γύρω από τα πολιτικά πρόσωπα — αν είναι άξια, αν ανταποκρίνονται στον ρόλο τους — τι ακριβώς συμβαίνει, ε τότε δεν είναι λαός, είναι μάζα. Αυτό, λοιπόν, που τον διαφοροποιεί, για να μπορέσει να καταλάβει τι γίνεται και να έχει έναν ενεργητικό, υπεύθυνο ρόλο, είναι το ερώτημα. Είναι η αμφισβήτηση. Το να μπορέσει να φύγει πάλι από τα δεδομένα και τα έτοιμα και να δει τι ακριβώς συμβαίνει.
Θα περάσω τώρα στα πιο ουσιαστικά. Το ερώτημα χρειάζεται για την επικοινωνία μας και τη σύνδεση με τους ανθρώπους. Εδώ πέρα τώρα θα πρέπει, εκτός από τα κλασικά ερωτήματα που βάζουμε όταν επικοινωνούμε — «τι πιστεύεις εσύ;», «τι λες για αυτό;», «τι εννοείς με αυτό;» — για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε και να καταλάβει ο ένας τον άλλον, προφανώς θα μπουν πρώτα τέτοια ερωτήματα, υπάρχουν και τα πιο ουσιαστικά ερωτήματα. Είναι αυτά που πρέπει να σωπάσουμε τις απαντήσεις που έχουμε μέσα μας, να σιγήσουμε, με έναν τρόπο, αυτές τις απαντήσεις, για να ανοίξουμε χώρο να εκφραστεί ο άλλος άνθρωπος και να αποκαλυφθεί η αλήθεια η δική του — όχι η έτοιμη απάντηση η δική μας. Δηλαδή, εδώ ερωτήσεις τύπου: «θες να μου μιλήσεις; σε βλέπω ότι κάτι σε απασχολεί…», «πώς νιώθεις; γιατί νιώθεις έτσι;». Αυτές οι ερωτήσεις είναι πιο σημαντικές, γιατί χτίζουν ενσυναίσθηση και οδηγούν σε σύνδεση.
Μεγάλο κεφάλαιο, λοιπόν, η επικοινωνία και οι ερωτήσεις που βάζουμε, ας πούμε, σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους. Μόνο που εδώ πέρα να επισημάνω ότι πολλές φορές αυτές οι ερωτήσεις γίνονται μόνο για τους άλλους ανθρώπους. Δηλαδή, κοιτάξτε τώρα λιγάκι αυτό το σημείο. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος ή κάποιοι άνθρωποι μάς έχουνε φερθεί άσχημα, μάς έχουνε πληγώσει, μάς έχουνε στεναχωρήσει, δεν μάς έχουνε σεβαστεί. Νιώθουμε, λοιπόν, έτσι μία άσχημη συμπεριφορά. Υπάρχει περίπτωση — όχι υπάρχει περίπτωση, αυτό γίνεται τις περισσότερες φορές — με φίλες, με τους ανθρώπους μας κ.λπ., το συζητάμε και λέμε: «γιατί μου φέρθηκε έτσι; γιατί το έκανε αυτό; τι είχε στο μυαλό του; τι άνθρωπος είναι; πώς σκέφτηκε; τι υπήρχε από πίσω;». Ψάχνουμε, ψάχνουμε, ψάχνουμε… και εντάξει, μπορεί να δίνουμε και πολύ σημαντικές απαντήσεις σε όλο αυτό και να έχουμε καταλήξει σε ένα τέλειο ψυχογράφημα, σε μία τέλεια κοινωνιολογική προσέγγιση, αλλά μηδέν εις το πηλίκον. Δηλαδή, δεν έχουμε κερδίσει κάτι εμείς. Δεν έχουμε πάει ένα βήμα παρακάτω.
Εδώ, λοιπόν, περνάω ήδη στο κεφάλαιο το τεράστιο που λέγεται αυτογνωσία. Εννοώ, λοιπόν, ότι τα ερωτήματα που βάζουμε συνεχόμενα για τους άλλους είναι πιο εύκολα — και γι’ αυτό και τα βάζουμε. Δηλαδή, θέλω να πω: για να αποφύγουμε τα δύσκολα ερωτήματα, που είναι γύρω από τον εαυτό μας, και αυτά μάς πάνε παρακάτω. Ε, αυτά τα ερωτήματα, λοιπόν, στο προηγούμενο παράδειγμα που έθεσα, έχουν να κάνουν με τα εξής: εγώ τι δουλειά είχα με αυτόν τον άνθρωπο ή σε αυτό το περιβάλλον; εγώ γιατί επέτρεψα αυτές τις συμπεριφορές, αν τις επέτρεψα, αν με κάποιο τρόπο μπορεί να έχω δώσει τα «κλειδιά» για να συμπεριφερθούνε έτσι; εγώ τι ευθύνη έχω σε αυτό, αν έχω — αλλά να το ψάξω, να δω αν υπάρχει αυτή η ευθύνη· πώς συμμετέχω σε όλη αυτή τη διαδικασία; εγώ είμαι εκτός και απλά οι άλλοι κάνουν ό,τι κάνουν, ας πούμε, απέναντί μου; Αυτό με ενδιαφέρει να μάθω. Και, εν τέλει, ας πούμε, ποια είναι η ανάγκη μου για να είμαι κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους, για να καθίσω σε αυτόν τον άνθρωπο ή να είμαι σε αυτό το περιβάλλον, επαγγελματικό ή όποιο άλλο — ποια ανάγκη μου θέλω να ικανοποιήσω; Τι είναι αυτό που με οδηγεί, που με βάζει να πηγαίνω προς τα εκεί; Αυτά είναι τα ερωτήματα που, εάν τα καταλάβω, μπορούν πραγματικά, ας πούμε, να με πάνε παρακάτω. Επίσης, ερωτήματα στο πλαίσιο της αυτογνωσίας που είναι: ποιος πραγματικά είμαι; τι θέλω; τι κάνω για αυτά που θέλω; τι με εμποδίζει να έχω αυτά που θέλω; τι μου δίνει πραγματική χαρά; πώς θέλω να πορευτώ στη ζωή μου; τι άνθρωπος θέλω να είμαι; Κι ένα σωρό τέτοια ερωτήματα. Καταλαβαίνουμε ότι είναι τα ουσιαστικά ερωτήματα — οι θεμέλιοι λίθοι για την ελευθερία μου, για την προσωπική μου ισορροπία, εξέλιξη, για μία όμορφη ζωή.
Εντέλει, το ερώτημα είναι ένας σπόρος που μπορεί να αργεί να καρποφορήσει — πολλές φορές είναι αυτό που λέμε «άστο να υπάρχει στο πίσω μέρος του εγκεφάλου» και αυτό κάνει τη δουλειά του — αλλά είναι το μόνο που μπορεί να αλλάξει το τοπίο στη ζωή μου. Άλλες φορές, το ερώτημα μπορεί να είναι ένα φοβερό ξάφνιασμα και ένα σοκ. Αποκαλύπτει μία αλήθεια με τεράστιο βάθος, όταν τολμήσω να το βάλω ή όταν είμαι έτοιμος για αυτό το ερώτημα. Και ξαφνιάζομαι, όμως, με αυτό που βλέπω μπροστά μου και που μέχρι τότε ήμουν σε απόλυτο σκοτάδι. Τέλος, το ερώτημα είναι ένας καθρέφτης. Με βάζει να καθρεφτιστώ και να βγω από βεβαιότητες, από την πεπατημένη μου, από βολικές πεποιθήσεις, και να δω τα πράγματα έτσι όπως είναι, για να δω και πώς θα πορευθώ και τι πρέπει να κάνω.
Υπάρχει μία ταινία — θα κλείσω με αυτό. Υπάρχει μία ταινία, «Τα μαθήματα αμερικάνικης ιστορίας», με τον Edward Norton, πρωταγωνιστή. Λέω πολλές φορές — παρένθεση — ότι, αν τα παιδιά είχαν τη δυνατότητα να δουν την κατάλληλη ταινία ή να διαβάσουν το κατάλληλο βιβλίο λογοτεχνικό κ.λπ., θα είχαν τις απαντήσεις για όλα αυτά που συζητάμε και ίσως να μην χρειαζόταν, ας πούμε, το βαρετό της έκθεσης. Θα μπορούσαν να έχουν καταλάβει. Σε αυτή την ταινία, λοιπόν — όπως κάθε φορά στην τέχνη, που αποκαλύπτονται εκπληκτικά πράγματα — το θέμα της είναι ο φανατισμός, ο ρατσισμός και γιατί ένας άνθρωπος μπορεί να έχει φτάσει στον ρατσισμό: από μία πληγή και ένα τραύμα — έτσι γίνεται συνήθως — και οι άνθρωποι μπαίνουν μέσα στα προβλήματα λόγω του τραύματος. Και ποιες είναι οι συνέπειες — καταστροφικές τις περισσότερες φορές — από τέτοια φαινόμενα και πώς ο άνθρωπος αλλάζει. Υπάρχει ένα στιγμιότυπο που έχει να κάνει με αυτή την αλλαγή — γιατί εδώ πέρα υπάρχει και αυτό το ευτυχές, ας πούμε, η αλλαγή του πρωταγωνιστή που είναι μέσα στον ρατσισμό. Λοιπόν, θα βάλω αυτό το απόσπασμα — θα επιχειρήσω να το βάλω — είναι ενάμισι λεπτό, στο τέλος του δικού μου βίντεο. Δεν έχω γίνει τόσο εξπέρ για να το βάλω τώρα να παίζει ταυτόχρονα και δεν ξέρω καν αν θα μου το επιτρέψει το κανάλι, γιατί μπορεί να μου το απαγορεύει λόγω πνευματικών δικαιωμάτων. Θα δω. Αν μου το επιτρέψει, θα το δείτε στο τέλος της δικής μου ομιλίας. Όμως, επειδή δεν ξέρω αν θα μπει, λέω δύο λόγια. Στο συγκεκριμένο στιγμιότυπο ο ήρωας κάτι έχει κάνει, λοιπόν, πιο πριν — δεν θα πω συγκεκριμένα πράγματα, για όποιον θέλει να δει την ταινία, αν δεν την έχει δει — και έχει πάει φυλακή. Εκεί υπέστη, λοιπόν, κάτι άσχημο από τους άλλους, ένα σοκ, και βρίσκεται στο νοσοκομείο. Εκεί πηγαίνει και τον επισκέπτεται ο δάσκαλός του — που τυχαίνει και είναι και μαύρος — και που από παλιά ήθελε να τον βγάλει από αυτόν τον δρόμο και να του δείξει, εν πάση περιπτώσει, ότι δεν είναι ο σωστός, και ήταν πάντα εκεί και τον βοηθούσε. Τώρα έχει πάει, λοιπόν, να τον επισκεφτεί και του λέει: «τι έγινε; τι κατάλαβες;» μέσα στον διάλογο που είχανε. Και λέει αυτός: «σκέφτομαι αυτά που πίστευα, αν είναι σωστά — αμφιβάλλω». Του λέει ο δάσκαλος: δεν είναι το σωστό ερώτημα. Και θα κάνω ένα σχόλιο: δεν είναι το σωστό ερώτημα, γιατί αν σκεφτείς «αν άξιζαν αυτά που πίστευα» και πεις «όχι, δεν άξιζαν τελικά», μπορεί να βρεις μία άλλη ιδέα που να είναι «πιο καλή» και να είναι «πιο σωστή» για τη δική σου λογική και να υπερασπιστείς με τον ίδιο φανατισμό και την ίδια εμμονή την καινούργια ιδέα. Οπότε, γι’ αυτό δεν είναι το σωστό ερώτημα. Και του λέει ότι θα πρέπει να βάλεις το σωστό ερώτημα σε όλο αυτό που περνάς τώρα — και είναι: «αυτά που πίστευα και έκανα μέχρι τώρα έκαναν καλύτερη τη ζωή μου; με πήγαν παρακάτω; έγινα καλύτερος ως άνθρωπος;».
Αυτά. Σας ευχαριστώ. Όλα είναι θέμα έκθεσης. Μέχρι την επόμενη φορά, γεια σας. (Ακολουθεί απόσπασμα ταινίας)
Τίτλος:
Η δύναμη του ερωτήματος: από τη μάθηση στην αυτογνωσία
Υπότιτλος:
Πώς τα ερωτήματα μεταμορφώνουν τη σκέψη, τη γνώση, την επιστήμη, την επικοινωνία και τελικά τη ζωή μας
Υπάρχει ένα παράδοξο στην εκπαίδευση: ενώ θεωρητικά συνδέεται άμεσα με τη σκέψη, στην πράξη απουσιάζει το βασικότερο εργαλείο της — το ερώτημα. Οι μαθητές διαβάζουν, αποστηθίζουν, επαναλαμβάνουν, αλλά σπάνια αναρωτιούνται. Και χωρίς ερώτημα, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε κατανόηση ούτε ουσιαστική γνώση.
Η εμπειρία δείχνει ότι, όταν οι μαθητές έρχονται αντιμέτωποι με ένα κείμενο, συχνά περιορίζονται σε μια επιφανειακή ανάγνωση. Δεν θέτουν τα βασικά ερωτήματα: ποιο είναι το θέμα, ποια είναι η θέση του συγγραφέα, με ποια επιχειρήματα τη στηρίζει, σε ποιο συμπέρασμα καταλήγει. Δεν αναρωτιούνται καν τι διάβασαν. Ακόμη και άγνωστες λέξεις, που μπορεί να είναι καθοριστικές για το νόημα, περνούν απαρατήρητες. Αποτέλεσμα; Η κατανόηση γίνεται αποσπασματική και η σκέψη παθητική. Ο μαθητής δεν συμμετέχει ενεργά στη γνώση· απλώς τη δέχεται.
Και όμως, η σκέψη ξεκινά πάντα από ένα ερώτημα. Χωρίς αυτό, δεν υπάρχει διερεύνηση, δεν υπάρχει κρίση, δεν υπάρχει εμβάθυνση. Το ερώτημα είναι εκείνο που οργανώνει τη σκέψη, που συνδέει τα επιμέρους στοιχεία και τα μετατρέπει σε ένα συνεκτικό σύνολο. Είναι αυτό που μετατρέπει τη γνώση από επιφανειακή σε ουσιαστική.
Η σημασία του ερωτήματος γίνεται ακόμη πιο εμφανής στον χώρο της επιστήμης. Καμία επιστημονική πρόοδος δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την τόλμη να τεθεί ένα «γιατί» ή ένα «τι θα γινόταν αν». Η επιστήμη δεν προχωρά μέσα από βεβαιότητες, αλλά μέσα από αμφισβήτηση. Κάθε ανακάλυψη είναι η απάντηση σε ένα ερώτημα που κάποιος τόλμησε να θέσει.
Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο η πτυχιακή εργασία όσο και η διδακτορική διατριβή βασίζονται σε ένα ερευνητικό ερώτημα. Στην πρώτη περίπτωση, ο φοιτητής καλείται να διερευνήσει και να αναλύσει ένα θέμα· στη δεύτερη, να διατυπώσει ένα πρωτότυπο ερώτημα που θα οδηγήσει σε νέα γνώση. Όπως εύστοχα έχει ειπωθεί, «η σοφία αρχίζει από την απορία».
Αλλά η δύναμη του ερωτήματος δεν περιορίζεται στη γνώση και την επιστήμη. Αποτελεί θεμέλιο και της δημοκρατίας. Ένας πολίτης που δεν αναρωτιέται, που δεν αμφισβητεί, που δεν εξετάζει την πραγματικότητα γύρω του, παύει να είναι ενεργός και μετατρέπεται σε παθητικό δέκτη. Το ερώτημα είναι αυτό που διαχωρίζει τον σκεπτόμενο πολίτη από τη μάζα.
Στον χώρο της επικοινωνίας, το ερώτημα αποκτά μια διαφορετική, αλλά εξίσου σημαντική διάσταση. Δεν αφορά μόνο την κατανόηση του άλλου, αλλά και τη δημιουργία ουσιαστικής σύνδεσης. Ερωτήσεις όπως «τι εννοείς;» ή «πώς το βλέπεις;» είναι απαραίτητες, αλλά δεν αρκούν. Χρειάζονται και βαθύτερα ερωτήματα: «πώς νιώθεις;», «θέλεις να μιλήσεις;». Αυτά είναι που ανοίγουν χώρο για τον άλλον, που καλλιεργούν την ενσυναίσθηση και οδηγούν σε αληθινή επικοινωνία.
Κι όμως, ενώ θέτουμε εύκολα ερωτήματα για τους άλλους, αποφεύγουμε τα πιο δύσκολα: αυτά που αφορούν τον εαυτό μας. Όταν κάποιος μας πληγώνει, αναρωτιόμαστε επίμονα γιατί φέρθηκε έτσι. Αναλύουμε τη συμπεριφορά του, προσπαθούμε να κατανοήσουμε τα κίνητρά του, χτίζουμε ολόκληρα «ψυχογραφήματα» και κάνουμε κοινωνιολογικές προσεγγίσεις. Και όμως, αυτή η διαδικασία σπάνια μας οδηγεί σε ουσιαστική πρόοδο γιατί δεν έχουμε επιτύχει αυτογνωσία.
Η πραγματική αλλαγή ξεκινά όταν στρέψουμε το ερώτημα προς τα μέσα: Γιατί επέλεξα αυτή τη σχέση; Τι ρόλο παίζω εγώ σε αυτή τη δυναμική; Γιατί επιτρέπω να μου φέρονται έτσι; Ποιες ανάγκες μου με οδηγούν σε αυτές τις επιλογές; Αυτά είναι τα ερωτήματα της αυτογνωσίας — και είναι τα πιο δύσκολα. Αλλά είναι και τα μόνα που μπορούν να οδηγήσουν σε εξέλιξη. Ερωτήματα όπως «ποιος είμαι;», «τι πραγματικά θέλω;», «τι με εμποδίζει στα θέλω μου;», «τι μου δίνει πραγματική χαρά;» αποτελούν τα θεμέλια μιας συνειδητής και ελεύθερης ζωής.
Το ερώτημα, τελικά, λειτουργεί με πολλούς τρόπους. Είναι σπόρος που μπορεί να καρποφορήσει αργά, αλλά αλλάζει το τοπίο της σκέψης. Είναι καθρέφτης που μας αναγκάζει να δούμε την αλήθεια. Και, κάποιες φορές, είναι ένα ξαφνικό σοκ που μας αποκαλύπτει όσα μέχρι τότε αγνοούσαμε.
Ίσως, όμως, το πιο σημαντικό δεν είναι απλώς να θέτουμε ερωτήματα, αλλά να θέτουμε τα σωστά ερωτήματα. Γιατί ένα λάθος ερώτημα μπορεί να μας εγκλωβίσει σε αδιέξοδα, ενώ ένα σωστό μπορεί να αλλάξει ριζικά την πορεία μας.
Το κρίσιμο, λοιπόν, δεν είναι μόνο να ρωτάμε «είναι σωστό αυτό που πιστεύω; Ή αυτό που κάνω;», αλλά κάτι βαθύτερο: Με βοηθά αυτό που πιστεύω και κάνω να γίνομαι καλύτερος άνθρωπος; Μου βελτιώνει τη ζωή; Με πηγαίνει μπροστά; Το καλύτερο κριτήριο για να δω αν αυτό που έχω αποφασίσει ή αυτό που κάνω είναι το κατάλληλο για μένα είναι να ρωτήσω: «πώς νιώθω;». Σε αυτά τα ερωτήματα κρύβεται, ίσως, η ουσία όλων.
